Εθνική συναίνεση και όχι κομματικά παιχνίδια με την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού

Αν και δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου έχει έρθει δυναμικά στο προσκήνιο η συζήτηση για έναν νέο εκλογικό νόμο, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ενός νομοθετικού πλαισίου για το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού.

Ειδικά για το θέμα της συμμετοχής των απόδημων Ελλήνων, ομολογείται σχεδόν από όλους, ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει άλλη εκλογική αναμέτρηση χωρίς αυτούς. Το αίτημα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού πέραν του ότι είναι συνταγματική επιταγή είναι και µία ευκαιρία η Ελλάδα να συσφίξει τις σχέσεις της µε την ομογένεια, να κινητοποιήσει τις υγιείς δυνάμεις, που έφυγαν εν μέσω κρίσης και παραμένουν πολιτικά αδρανείς, και να συγχρονίσει το βήμα της µε τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι Έλληνες πολίτες που κατοικούν στο εξωτερικό είναι µια δύναμη, η οποία παραμένει ανεκμετάλλευτη για τα εθνικά συμφέροντα.

Σήμερα, όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχουν στους απόδημους πολίτες τους το δικαίωμα συμμετοχής στις εθνικές βουλευτικές εκλογές είτε σε εκλογικά τμήματα, που οργανώνονται στις κατά τόπους πρεσβείες και προξενικές αρχές, είτε με επιστολική ψήφο (που αποτελεί και την πιο διαδεδομένη πρακτική), είτε με συνδυασμό των δύο αυτών μεθόδων. Επιπλέον, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια παρέχουν στους πολίτες τους και τη δυνατότητα χρήσεως της ηλεκτρονικής ψήφου. Δυστυχώς, μόνο εμείς και η Ιρλανδία, απ’ όλες τις χώρες της Ε.Ε., δεν παρέχουμε το δικαίωμα ψήφου στους πολίτες εκτός των συνόρων μας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχει το ίδιο σύστημα. Για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτείται να μη λείπεις από τη χώρα πάνω από 25 χρόνια. Μπορεί ο πολίτης να διατηρήσει το δικαίωμα ψήφου και μετά την 25ετία, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι διατηρεί άμεση σχέση με τη χώρα ή ότι επηρεάζεται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Άλλο παράδειγμα είναι αυτό της Αυστρίας, όπου ζητείται από τους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό να επανεγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους κάθε 10 χρόνια. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι υπάρχουν χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Κροατία, που είτε στα εθνικά τους κοινοβούλια, είτε στη γερουσία, έχουν υιοθετήσει την εκπροσώπηση των απόδημων πολιτών τους.

Στην Ελλάδα υπάρχει η αίσθηση, που χρόνο με τον χρόνο παγιώνεται, ενός κομματικού διαλόγου φοβικού και εσωστρεφούς γύρω από το θέμα, που δυστυχώς και η σημερινή Κυβέρνηση συνεχίζει, βλέποντας μόνο με κομματικό πρόσημο την όλη διαδικασία, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το εκλογικό της ποσοστό. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως οι απόδημοι, ανεξαρτήτως ηπείρου, έχουν κοινούς προβληματισμούς, ανησυχίες και αποτελούν πολίτες με κοινά χαρακτηριστικά, αντίστοιχα αυτών κάθε εκλογικής περιφέρειας. Ειδικά όταν μιλάμε για το μισό εκατομμύριο νέων που άφησαν τη χώρα μας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Οι Έλληνες του εξωτερικού πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι ως ένα τεχνικό εκλογικό στήριγμα αλλά ως ένα σημαντικό πολιτισμικό και εν δυνάμει αναπτυξιακό μέγεθος. Βέβαια η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στην ΝΔ μιας και όλες οι προσπάθειες θεσμικής συγκρότησης της διασποράς που επιχειρήθηκαν την τελευταία 20ετία απαξιώθηκαν και χάθηκαν.

Τα κόμματα σιγά σιγά ανοίγουν τα χαρτιά τους και αυτή τη φορά θα πρέπει επιτέλους να επιτευχθεί εθνική συνεννόηση, η οποία να καταλήξει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο συμμετοχής των απόδημων στις εθνικές εκλογές. Την κύρια ευθύνη βέβαια την έχει η Κυβέρνηση, η οποία οφείλει να ξεκινήσει τη διαβούλευση τόσο με τα κόμματα όσο και με τις οργανώσεις των απόδημων Ελλήνων, προτού ακόμα φέρει την όποια νομοθετική πρωτοβουλία, ιδίως από την στιγμή που γνωρίζει ότι απαιτείται βάσει Συντάγματος ευρύτατη πλειοψηφία 200 βουλευτών.

Ο συγκεκριμένος νόμος μπορεί και πρέπει να θέσει τη βάση ενός σύγχρονου κοινοβουλευτικού διαλόγου, ενώ σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμα νομοσχέδιο πυροτέχνημα από αυτά που μας έχει συνηθίσει η νέα Κυβέρνηση. Η ανακοίνωση του Πρωθυπουργού πως θα φέρει εντός των επόμενων εβδομάδων αντίστοιχη πρόταση χωρίς να προηγηθεί διάλογος εκ των προτέρων, δείχνει δυστυχώς πως θα ακολουθήσει την ίδια τακτική της μη συνεννόησης. Η δε πρόταση νόμου που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, πέραν ότι προσπαθεί να μπλοκάρει τη διαδικασία, αντιμετωπίζει τους απόδημους Έλληνες ως πολίτες β’ κατηγορίας παραβιάζοντας απόλυτα την συνταγματική αρχή της ισοτιμίας της ψήφου, με τον μη συνυπολογισμό της ψήφου τους στο εθνικό αποτέλεσμα των εκλογών. Η αξιωματική αντιπολίτευση ως Κυβέρνηση είχε 4 χρόνια να καταθέσει αντίστοιχο νομοσχέδιο αλλά το απέφευγε καθαρά για μικροκομματικούς λόγους, σε αντίθεση με την συμμετοχική φύση της Αριστεράς.

Δυστυχώς οι αναφερόμενες διαφορές ανάμεσα στα κόμματα προμηνύουν ότι η πιθανότητα να βρεθεί η χρυσή τομή είναι πολύ μικρή καθώς στα τρία μεγάλα ερωτήματα «Ποιοι θα ψηφίζουν;», «Ποιους θα ψηφίζουν;» και «Με ποιον τρόπο θα ψηφίζουν;» τα κόμματα δείχνουν να δίνουν διαφορετικές απαντήσεις.

Στο Κίνημα Αλλαγής έχουμε πάρει ξεκάθαρες θέσεις και στα τρία ερωτήματα, έχοντας πάντα ως γνώμονα τις ανάγκες των Ελλήνων του εξωτερικού και σε συνεχή διάλογο μαζί τους.

  1. Δικαίωμα ψήφου θα έχουν οι Έλληνες, που διαμένουν στο εξωτερικό, που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και είναι εγγεγραμμένοι σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους, που συντάσσονται από το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τις Πρεσβευτικές και Προξενικές Αρχές. Οι ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι θα ανανεώνονται συνεχώς.
  2. Προτείνουμε την δημιουργία μιας νέας ενιαίας «Περιφέρειας Ελλήνων Κατοίκων Εξωτερικού», που θα εκλέγει 5-7 βουλευτές, μέσω των ειδικών ψηφοδελτίων των κομμάτων. Οι έδρες που θα καταλαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο θα αφαιρούνται από το ψηφοδέλτιο επικρατείας και από τις λοιπές εκλογικές περιφέρειες. Η ψήφος θα προσμετρείται στο συνολικό εθνικό εκλογικό αποτέλεσμα, όχι όμως στο αποτέλεσμα των εθνικών εκλογικών περιφερειών.
  3. Οι εκλογές θα διενεργούνται στις κατά τόπους πρεσβείες ή προξενεία ή κτήρια ελληνικών υπηρεσιών ή της Εκκλησίας και προτείνεται να καθιερωθεί, ως πρόσφορο μέσο, η άσκηση του δικαιώματος μέσω επιστολικής ψήφου σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ηλεκτρονικής ψήφου.

Εν κατακλείδι, έχοντας ζήσει και σπουδάσει και οι δυο μας για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πολλές φορές το ενδιαφέρον για συμμετοχή στα ελληνικά κοινά και η αγωνία για την πορεία της πατρίδας είναι ορισμένες φορές πολύ πιο έντονο στους Έλληνες του εξωτερικού. Το ελάχιστο χρέος που έχει η ελληνική πολιτεία απέναντι στους εκατοντάδες χιλιάδες νέους που έχουν μεταναστεύσει κατά τη διάρκεια της κρίσης, είναι να παράσχει το δικαίωμα συμμετοχής τους στις επόμενες εθνικές εκλογές. Ας αφήσουν λοιπόν τα κόμματα τα πολιτικά παιχνίδια και τα προσχήματα και ας δουλέψουν από κοινού με όλες τις ιδέες που έχουν «πέσει» στο τραπέζι προκειμένου να βρεθεί η χρυσή τομή, και να μην χαθεί και αυτή η ευκαιρία. Όλοι θα κριθούν εκ του αποτελέσματος.

πηγή: thecaller.gr

Γνώση και δράση για το περιβάλλον | Πρώτο Θέμα

Καμία γενιά δεν δικαιούται να επιβαρύνει τον πλανήτη για την επόμενη. Αυτή η ηθική επιταγή της αειφορίας είναι και ο πυρήνας της δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές. Αυτήν την ηθικη επιταγή έχουν ενσωματώσει δεκάδες δημοκρατικά Συντάγματα στον πλανήτη, μαζί του και το δικό μας στο άρθρο 24, που αναφέρεται ρητά στην υποχρέωση του κράτους και των πολιτών να προστατεύουν το περιβάλλον.

Μπορεί η πραγματικότητα να είναι διαφορετική και να υπαγορεύεται από τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά όπως και στην οικονομική κρίση, η κλιματική αλλαγή μας θυμίζει ότι η μοίρα μας είναι κοινή ανεξαρτήτως συνόρων. Και σίγουρα δεν περιορίζεται μόνο στα ορυκτά καύσιμα, αλλά ακουμπά στην εμπορική πολιτική, στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, στην ενεργειακή πρόοδο. Χρειάστηκαν μια αποφασισμένη 16χρονη μαθήτρια από τη Σουηδία και η ανεπαναληπτη οικολογική καταστροφή στον Αμαζόνιο για να πειστούν ακόμη και οι τελευταίοι άπιστοι ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στο σημείο της μη επιστροφής. Ακόμη και στην Ελλάδα ζούμε οικολογικές δυστοπίες και καιρικά φαινόμενα, που μέχρι πριν μερικά χρόνια έμοιαζαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

Δυστυχώς όμως ο διεθνής συντονισμός και οι δεσμεύσεις για την κλιματική αλλαγή είναι προβληματικές, ευέλικτες και ασύμμετρες, εξαιτίας κυρίως της στάσης των Η.Π.Α. και των ανεπτυγμένων χωρών, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στη Συμφωνία του Παρισίων, παρά τον οικουμενικό της χαρακτήρα. Σημαντικό βέβαια ρόλο έπαιξε και η οικονομική κρίση, που μείωσε το κόστος της εμπορίας ρύπων, αλλά και η οικονομική εκτόξευση των αναπτυσσόμενων χωρών – των διαχρονικά “ριγμένων”, αλλά πλέον συνυπεύθυνων στην υπόθεση του περιορισμού του ρυπογόνου τρόπου ανάπτυξης και ζωής.

Η Ελλάδα είναι μέρος αυτού του παράδοξου – ή καλύτερα της γενικευμένης υποκρισίας. Την ώρα που δεσμεύεται για τη μείωση των ρύπων μέχρι το 2030 και λίγες ημέρες πριν η Βουλή εγκρίνει τη Συμφωνία των Παρισίων, η ΔΕΗ συμφωνούσε με την κινεζική CMEC την κατασκευή νέας λιγνιτικής μονάδας στη Φλώρινα το 2016. Επίσης, υπάρχει συναίνεση γύρω από τις εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, με οριακά αποικιοκρατικούς όρους περιβαλλοντικής (υπο)προστασίας, αλλά και οι πρόσφατες διατάξεις για την τουριστική αξιοποίηση του αγιαλού που αποσύρθηκαν εξαιτίας της δημόσιας κατακραυγής. Μπορεί μεν όλα αυτά να είναι προϊόντα της ανάγκης για επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα αντανακλούν μια μεγάλη αντίφαση και κοντόφθαλμη αδιαφορία για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής μεγάλου τμήματος της χώρας. Ακόμη και ο τρόπος διαχείρισης των πυρκαγιών από το κράτος, που αποτελούν πια μια μεγάλη ασύμμετρη απειλή, εστιάζεται κυρίως στη διάσωση ανθρώπινων ζωών, θυσιάζοντας το περιβάλλον ελλείψει ικανών μέσων και υπηρεσιών πρόληψης.

Προφανώς ούτε η απολιγνιτοποίηση της ΔΕΗ ούτε οι επενδύσεις σε ΑΠΕ θα λύσουν το πρόβλημα. Οι ειδικοί καλούν σε αλλαγή τρόπου ζωής, για τον οποίο όμως κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Η Παγκόσμια Επιτροπή για την Προσαρμογή υπό τον Μπιλ Γκέιτς αναφέρεται σε επενδύσεις 1,7 τρις δολαρίων μέχρι το 2030 σε όλο το φάσμα της πρόληψης και προστασίας. Η Ελλάδα και το αρμόδιο υπουργείο δεν έχουν χρόνο για χρονοτριβή. Μπορούν άμεσα να επενδυθούν δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι για έργα τοπικής και εθνικής εμβέλειας, αλλά να προβλεφθούν και ειδικοί φόροι ή κίνητρα για επιχειρήσεις που θα συμβάλουν στον εθνικό στόχο. Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών (πχ φράγματα, λιμάνια), η δημιουργία συστημάτων πρόληψης και έγκαιρης προειδοποίησης για ακραία φαινόμενα (σένσορες, drones), η διαχείριση του νερού, των σκουπιδιών και το “πρασίνισμα” της αγροτικής παραγωγής δεν χρειάζονται μαγικά ραβδιά, αλλά δράση και συνεργασία με τους δήμους, αλλά και το περιβαλλοντικό κίνημα που θα μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Κανείς δεν δικαιούται να κληροδοτήσει έναν εφιαλτικό πλανήτη στις αυριανές γενιές. Ευτυχώς, η κραυγή αγωνίας έρχεται μαζικά από τους χιλιάδες μαθητές που ζητούν επιτέλους γνώση και δράση για το περιβάλλον.

Δημοσιεύτηκε στο “Θέμα της Κυριακής” 22.09.2019

Πώς χάνονται οι εκλογές | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα κρατήσει αυτή η προεκλογική περίοδος. Ο χρόνος των εθνικών εκλογών παραμένει άγνωστος. Για κάποιους εξαρτάται από την ώρα του διαζυγίου των ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛ εξαιτίας της Συμφωνίας των Πρεσπών. Για άλλους από τη δυνατότητα της κυβέρνησης να εκδώσει ομόλογο και να βγει στις αγορές. Για τους πιο αισιόδοξους στο Μαξίμου, από πιθανά οφέλη από την ασταμάτητη σκανδαλολογία και τον πολυεπίπεδο διχασμό της κοινής γνώμης και του Τύπου.

Η αλήθεια είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει καταφέρει να χτίσει μια αδιαμεσολάβητη, σχεδόν καθετοποιημένη σχέση με ένα τμήμα του πληθυσμού. Είτε γιατί για κάποιους ενσαρκώνει ακόμη το σχετικά άφθαρτο είτε γιατί θεωρείται ανάχωμα για την επιστροφή της Δεξιάς στην εξουσία είτε γιατί παρά τις πλάνες, τις παλινωδίες και τα λάθη, το παλεύει ως ένας δήθεν Άγιος Βασίλης των φτωχών, με άριστες, όμως, σχέσεις με το ρετιρέ. Στην πραγματικότητα, όμως, μόνο ως παλινωδίες μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει τις πράξεις μιας κυβέρνησης που νομοθετεί περικοπές για να τις πάρει πίσω λίγους μήνες μετά, με το μπόνους μερικών χιλιάδων διορισμών στο Δημόσιο. Φυσικά, με την άδεια του άλλοτε κακού κατεστημένου των Βρυξελλών που δεν έχει κανένα πρόβλημα να δει την Ελλάδα να επιστρέφει σε αυτά που την χρεοκόπησαν, αρκεί να μην προστεθεί τώρα στη λίστα με τις προβληματικές Ιταλία, Γαλλια και Αγγλία.

Φτάνει όμως το χάρισμα του Πρωθυπουργού και η ευνοϊκή για τον ίδιο ταραχώδης κατάσταση στην Ευρώπη; Οι εκλογές, ως γνωστόν, κρίνονται και στο “πεδίο”, όχι μόνο στα μέσα ενημέρωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα μαζικό κόμμα με ισχυρή οργάνωση. Το αντίθετο, αφού δύσκολα ανιχνεύεται στις τοπικές κοινωνίες, κάτι που αντανακλάται στα τεχνάσματα στελεχών του κυβερνώντος κόμματος να κρυφτούν σε υποψηφίους του Κινήματος Αλλαγής σε δημοτικά και περιφερειακά ψηφοδέλτια. Ενώ Νέα Δημοκρατία και Κίνημα Αλλαγής έχουν λίγο-πολύ καταρτίσει τις λίστες των υποψηφίων τους στις εθνικές εκλογές, αντίστοιχη ετοιμότητα δεν φαίνεται να υπάρχει σε αυτούς που θα διεκδικήσουν τη “Δεύτερη Φορά Αριστερά”.

Είναι όμως και το άλλο, ίσως το πιο σημαντικό. Όσα σκάνδαλα και αν βγουν στην επιφάνεια, όσες απώλειες και αν προκαλέσει η συμφωνία των Πρεσπών, το εκλογικό αποτέλεσμα συνήθως κρίνεται από τις προοπτικές της οικονομίας. Τις προσδοκίες των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των καταναλωτών και των επενδυτών. Όχι απλά πόσα θα μπουν στην τσέπη τον επόμενο μήνα, αλλά αν θα υπάρχουν χρήματα για να μπαίνουν τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Άρα, το αμείλικτο ερώτημα, που παραμένει αναπάντητο για την κυβέρνηση είναι – και θα παραμείνει – το πως θα χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη. Γιατί για να είναι δίκαιη και να μοιράζεται, πρέπει να υπάρχει. Και ανάπτυξη με “παγωμένους” επενδυτές, με το Χρηματιστήριο σε ιστορικά χαμηλά, τις τράπεζες στην εντατική, τις ΔΕΚΟ υπό κατάρρευση, την κατανάλωση να πέφτει και τις δημόσιες επενδύσεις να συρρικνώνονται, είναι δύσκολο να την στηρίξει στον εύθραυστο τουρισμό, στο ΕΣΠΑ και στις χρυσές βίζες των αγοραστών ακινήτων. Θέλει δεν θέλει το Μαξίμου, οι ψηφοφόροι διαλέγουν μέλλον. Πολύ δε περισσότερο, όταν πάνω από τους μισούς Έλληνες αναγνωρίζουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία και δεν βλέπουν φως με το σημερινό μοντέλο αναιμικής ανάπτυξης.

Πρώτο Θέμα 23.12.2018

Το μέλλον της Ευρώπης περνάει από την ύπαιθρο | Άρθρο του Γιάννη Δάλμα

Οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις τα τελευταία χρόνια καθορίστηκαν από την ψήφο της υπαίθρου. Το 60% αυτού του πληθυσμού στην Αμερική ψήφισε Τραμπ, το 55% στο Ηνωμένο Βασίλειο στήριξε το Brexit, ενώ ήταν οι αγροτικές περιοχές που έστειλαν τη Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.

Το μεγαλύτερο λάθος όμως που μπορεί το πολιτικό σύστημα να κάνει είναι να αγνοήσει αυτό το μήνυμα, να χαρακτηρίσει συλλήβδην αυτόν τον κόσμο «ακραίο» και να μην εξετάσει τα αίτια αυτής της ψήφου. Αυτά δεν είναι βέβαια άλλα από τις χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης, την αίσθηση αποδυνάμωσης του κράτους δικαίου, τις αυξανόμενες διαπεριφερειακές ανισότητες και την ολοένα και πιο διαδεδομένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική σε αυτές τις περιοχές, τόσο για τους παλιούς όσο και για τους νέους. Ολες αυτές οι παράμετροι συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα, με ολέθριες επιπτώσεις για το μέλλον της Ευρώπης και της ίδιας της δημοκρατίας.

Σε αυτά τα μηνύματα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δυστυχώς, αντί να απαντήσει με περισσότερη αλληλεγγύη, συντονισμένες παρεμβάσεις, αλλά και προγραμματισμένο στρατηγικό συντονισμό, προσαρμοσμένο στις τοπικές συνθήκες, προτείνει στο νέο πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 δραστικές μειώσεις στα κονδύλια, τόσο για την Πολιτική Συνοχής όσο και για την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η πρότασή της αυτή, ωστόσο, δεν δείχνει μόνο την έλλειψη στρατηγικής και πολιτικού θάρρους, αλλά και την έλλειψη κατεύθυνσης και προορισμού που θα όφειλε να ενσταλάξει στους Ευρωπαίους πολίτες, ειδικά σε όσους αισθάνονται ξεχασμένοι και θεωρούν την Ενωση την πηγή των προβλημάτων τους.

Πώς όμως μπορούμε να προωθήσουμε μια υπεύθυνη παραγωγή τροφίμων ή να καταπολεμήσουμε την ερήμωση της υπαίθρου, εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όντως μειώσει τα κονδύλια για τη γεωργία κατά 16%; Πώς μπορούμε να εξαλείψουμε τις διαπεριφερειακές ανισότητες, αν μειωθεί το Ταμείο Συνοχής κατά 12%; Πώς μπορούμε να μειώσουμε την ανεργία, να εξασφαλίσουμε αξιοπρεπή εργασία για όλους και να στρέψουμε τους νέους ξανά στην ύπαιθρο, εάν η Ενωση εξακολουθεί να μειώνει τα ευρωπαϊκά κοινωνικά ταμεία;

Στον αντίποδα όλων αυτών των εξελίξεων, η ομάδα των Ευρωσοσιαλιστών, τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με εισηγήτρια την Isabelle Thomas όσο και στην Επιτροπή των Περιφερειών, αγωνίζεται προκειμένου να μην υπάρξει περικοπή σε αυτές τις πολιτικές, θέτοντας παράλληλα την ανάγκη προσαρμογής τους στις σύγχρονες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, της ψηφιοποίησης και των ανισοτήτων.

Πιστεύουμε πως το νέο πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο οφείλει να δώσει μια απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και συνδέονται με το ίδιο της το μέλλον. Κορωνίδα των προτάσεών μας είναι πως η Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2020 θα πρέπει να προσεγγίσει τη γεωργία και τα τρόφιμα με τολμηρό και καινοτόμο τρόπο -μια ολιστική προσέγγιση- ως ζητήματα που έχουν κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική διάσταση.

Γι’ αυτή τη μετάβαση στην αειφόρο γεωργία και την ενίσχυση της αγροτικής υπαίθρου η Εκθεση για την Ευημερία και την Ισότητα, που παρουσίασε πρόσφατα η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθορίζει τους βασικούς στόχους που θα πρέπει να εκπληρώσει η ΚΑΠ μετά το 2020, επαναφέροντας την αγροτική πολιτική στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού σχεδιασμού. Οι προτάσεις της έκθεσης δίνουν βάρος στη διασφάλιση αξιοπρεπούς αγροτικού εισοδήματος, στην ενίσχυση των αγροτών στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη ρύθμιση της αγοράς, προστατεύοντας παράλληλα την υγεία των καταναλωτών και το περιβάλλον.

Οσες συντηρητικές και λαϊκιστικές δυνάμεις επενδύουν στη μεταβίβαση της απόφασης στο επόμενο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ελπίζοντας πως οι συσχετισμοί θα είναι ακόμη περισσότερο υπέρ τους, ρισκάρουν την περαιτέρω διάλυση της υπαίθρου, με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρο το οικοδόμημα της Ε.Ε.

Σε αυτό το ενδεχόμενο η απάντηση θα πρέπει να είναι ηχηρή και περνάει μόνο μέσα από την ενίσχυση των προοδευτικών δυνάμεων στις ευρωεκλογές τον ερχόμενο Μάιο.

πηγή

Ευρωεκλογές 2019, η νέα γενιά και το τελευταίο στοίχημα της σοσιαλδημοκρατίας | Άρθρο του Γιάννη Δάλμα

Ο όρος millennials, ή Generation Y, περιλαμβάνει όσους γεννήθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ‘90. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η ανασφάλεια, πράγμα τελείως δικαιολογημένο αν αναλογιστούμε πως αποτελεί την πρώτη γενιά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που το μέλλον της προβλέπεται σαφώς πιο δυσοίωνο από των προηγουμένων, αν και θεωρητικά για λόγους οικονομικο-κοινωνικού και εκπαιδευτικού υπόβαθρου, θα έπρεπε να είναι καλύτερο.

Η Ιστορία όμως σπανίως κινείται γραμμικά και έτσι τεράστιο ποσοστό αυτής της γενιάς δεν έχει καμία πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως εργασία, περίθαλψη και κατοικία. Αλλά και ευρύτερα, ένας στους τρείς νέους στην Ευρώπη αντιμετωπίζει σε καθημερινή βάση τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, με το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα να είναι δύο στους τρείς. Η ανεργία των νέων στην Ευρώπη βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα, με τον ευρωπαϊκό Νότο να βιώνει δραματικά ποσοστά. Στην Ελλάδα το ποσοστό ανεργίας των νέων (κάτω των 25 ετών) ανέρχεται στο 43,2%, με την Ισπανία και Ιταλία να ακολουθούν με 33,8% και 31,9% αντιστοίχως.

Η πτώση του βιοτικού επιπέδου των νέων και οι ζοφερές προοπτικές που διαγράφονται για το υπόλοιπο της ζωής τους δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά μόνο σε όρους μίας αρνητικής ποσοστιαίας μεταβολής. Συνιστούν τον ολικό και μόνιμο αποκλεισμό των νέων από την κανονικότητα. Αυτό όμως αποτελεί όνειδος για μια Ευρώπη της οποίας η Ιδρυτική Συνθήκη αναφέρει πως «Η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και προωθεί (μεταξύ άλλων) την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών».

Σε αυτό το εύφλεκτο συλλογικό ψυχολογικό πλαίσιο, η Ευρώπη αναδιατάσσεται με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Οι δυνάμεις του λαϊκισμού και της ακροδεξιάς, με ασύγκριτο κυνισμό και πρωτοφανή οπορτουνισμό, υπόσχονται ως εναλλακτική την επιστροφή σε ένα ένδοξο παρελθόν, με τις συνέπειες να διαγράφονται οδυνηρές, σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον.

Το παράδοξο είναι πως ενώ οι δυνάμεις αυτές διακηρύττουν ότι θέλουν να αλλάξουν ριζικά το κατεστημένο, επενδύοντας στο φόβο και την ανασφάλεια των πολιτών, ειδικά των νέων, στην πραγματικότητα το μόνο που μπορούν να καταφέρουν στην καλύτερη περίπτωση, είναι να καταλήξουν να γίνουν οι ίδιοι το σύστημα που καταγγέλλουν. Δεν γίνεται άλλωστε να λύνεις μονίμως λάθος μια εξίσωση και να προσδοκάς ότι θα βγει ένα σωστό αποτέλεσμα.

Οι νέοι όμως μπορούν να αποτελέσουν την ελπίδα στην επέλαση των λαϊκιστών και της ακροδεξιάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι το δημοψήφισμα για το Brexit. Θα περίμενε κανείς, ότι οι νέοι, αποκλεισμένοι από την αγορά στέγης και εργασίας θα ψήφιζαν μαζικά υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε., παρασυρμένοι από τις υποσχέσεις για άμεση βελτίωση των συνθηκών ζωής τους.

Κι όμως, η νέα γενιά αντιστάθηκε και ψήφισε κατά 75% υπέρ της παραμονής!

Αυτή τη νέα γενιά δεν μπορεί η Σοσιαλδημοκρατία να την αφήσει μόνη. Οφείλει να την εντάξει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της και των πολιτικών της προτάσεων, ξεκινώντας σήμερα κιόλας από το συνέδριο του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Λισαβώνα.Μία ισχυρή και αξιόπιστη εκστρατεία από πλευράς μας πρέπει να ενσωματώνει την αλλαγή και την ανανέωση όχι μόνο σε επίπεδο προσώπων αλλά και πολιτικών, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε ουσιαστικά την ανασφάλεια των νέων και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, της διεύρυνσης των ανισοτήτων, των αυξανόμενων μεταναστευτικών ροών και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Κι ας μην ξεχνάμε ότι η επιτυχία των λαϊκιστών και των εθνικιστών μεγαλώνει κάθε μέρα στο γόνιμο έδαφος των πολιτικών αποτυχιών μας.

Με αυτά τα δεδομένα προσερχόμαστε τον επόμενο Μάιο στις πιο σημαντικές ευρωεκλογές από ιδρύσεως της Ένωσης. Η ενίσχυση των λαϊκιστών και της ακροδεξιάς, μπορεί να προκαλέσει κρίσιμο και ιστορικά θανάσιμο πλήγμα σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις για να αποτρέψουμε αυτό το ενδεχόμενο.

πηγή

Όχι άλλο δηλητήριο. Πνιγόμαστε | Άρθρο Του Νίκου Κασκαβέλη

Η χώρα βιώνει πολυδιάστατη κρίση. Αυτό πια το λένε όλοι και έχει γίνει κατανοητό. Ελάχιστοι παρέμειναν να πιστεύουν πως μόνο “λεπτομέρειες” δεν πάνε καλά. Πως κατ’ εξαίρεση τα πράγματα δεν δουλεύουν και για όλα φταίνε μερικοί δακτυλοδεικτούμενοι. Πως με 2-3 διορθωτικές κινήσεις, ίσως και με παραδειγματισμό ορισμένων, όλα θα πάνε καλά. Δυστυχώς τα πράγματα έχουν ξεφύγει κατά πολύ από αυτή τη φάση. Η κατρακύλα είναι συνεχής και είναι αμφίβολο πώς θα αναστραφεί ο κύκλος παρακμής.

Δεν θα εξετάσω εδώ τις συνήθεις διαστάσεις του δράματος. Δεν θα μιλήσουμε για την οικονομία και τις αναιμικές προοπτικές της. Για την ανεργία και την παρεπόμενη γάγγραινα της νέας μετανάστευσης. Για το δημογραφικό που εγγυάται ένα ακόμα ζοφερότερο μέλλον για την πατρίδα. Θα μιλήσω για κάτι πιο διάχυτο, που διαπνέει κάθε σχεδόν κοινωνική δραστηριότητα. Κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο, σύμπτωμα, μαζί και αίτιο των συνθηκών παρακμής και κοινωνικής διάβρωσης που ζούμε. Είναι κάτι ορατό στην καθημερινή δραστηριότητα, στον δημόσιο διάλογο, στις συναλλαγές. Μιλώ για το “δηλητήριο” που έχει διαποτίσει τις σχέσεις μας. Τελικά το ίδιο μας το μυαλό.

Είναι ένα δηλητήριο ύπουλο, που διεισδύει βαθιά και αλλοιώνει τους δεσμούς μας με την κοινωνία, τους συμπολίτες και συνανθρώπους μας, τελικά τον ίδιο μας τον δεσμό και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη ζωή. Βάση του έχει τη δυσπιστία, -στην καλύτερη περίπτωση- και έκφρασή του ο λόγος μίσους. Είτε αυτό εκφράζεται ευθέως, με κατάρες για “ψόφους” και άλλα παρόμοια, είτε συγκαλυμμένα με καυστική ειρωνεία και γενικώς παραινέσεις καταστροφής. Πότε φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Ναι, βέβαια, η έκφραση “να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα” γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο για κάποιο λόγο. Όμως αυτό, όσο και αν ίσχυε ως νοοτροπία, δεν έπαυε να έχει κάτι το περιθωριακό, εξ ου και “αστείο”. Σήμερα μιλάμε για γενικευμένη κατάσταση.

Σαφείς ενδείξεις αυτής της κατάστασης έχει κανείς από την ενασχόληση με τη δημόσια σφαίρα. Είτε έμμεσα, μέσω κοινωνικών δικτύων, είτε πιο άμεσα αν έχει τη… γενναιότητα της ενασχόλησης με τα κοινά. Η ποσότητα “χολής” που εκτοξεύεται εναντίον δικαίων και αδίκων είναι πλέον μη διαχειρίσιμη. Η ατμόσφαιρα καθίσταται εξαιρετικά τοξική. Και αφορά κάθε σχεδόν διάσταση της κοινωνικής δραστηριότητας. Ακόμα και σε τομείς που δεν θα το περίμενε ίσως κανείς.

Διάβαζα χθες μια είδηση για πρόσφατη συνέντευξη του Γιάννη Αντετοκούνμπο, του Έλληνα αθλητή (γιού μετανάστη) που έχει κατορθώσει με τη δουλειά και τα φυσικά του χαρίσματα να φτάσει σε πρωτοφανή ύψη αναγνωρισιμότητας και αριστείας. Εκεί ο Γιάννης εξέφραζε την πικρία του για ρατσιστικό (έτσι τον εξέλαβε και ο ίδιος και πλήθος κόσμου και πάντως τα διεθνή ΜΜΕ, δικαστική κρίση δεν έχουμε) χαρακτηρισμό που εξαπολύθηκε ελαφρά τη καρδία κατά του επίσης σημαντικού αθλητή αδερφού του, Θανάση.

Τα σχόλια κάτω από την είδηση, σε μεγάλο αριθμό και ένταση, είναι απολύτως αποκαρδιωτικά. Ειρωνείες, χλευασμοί, κακίες. Σε ποιον; Σε κάποιον που είναι ήδη στον “Όλυμπο” και διαφημίζει τη χώρα σε κάθε άκρη του πλανήτη, όπως κανείς στο παρελθόν. Πιθανόν άλλοι, στον ίδιο ή σε άλλους τομείς, να το άξιζαν εξίσου ή και περισσότερο, αλλά η αδυσώπητη πραγματικότητα, αυτό λέει. Ο Γιάννης είναι ο απόλυτος πρεσβευτής της χώρας και αυτό από μόνο του θα άξιζε μιας άλλης αντιμετώπισης. Πέραν φυσικά της κινηματογραφικής πορείας και του αγώνα του. Αλλά αυτό ακριβώς εμπεριέχει έναν συμβολισμό, που για τους μπολιασμένους με τη νοοτροπία της “καταστροφής” (εκφράζεται ως μισανθρωπία, ρατσισμός, κακεντρέχεια, μικροψυχία, και άλλα παρόμοια), αποτελεί κόκκινο και δύσπεπτο πανί.

Προφανώς και δεν είναι αυτή η έκφραση της πλειοψηφίας. Προφανώς και όσοι ενστερνίζονται παρόμοιες ιδέες, που εκκινούν από φόβο ή μίσος, φωνάζουν περισσότερο. Έχουν όμως τη δύναμη να προκαλούν απελπισία σε κάποιον ευαίσθητο στα μηνύματα και προμηνύματα της Ιστορίας. Ο Γιάννης, απλό παράδειγμα. Άλλωστε ο ίδιος δεν πρόκειται να πληγεί από αυτό. Θα συνεχίσει να μεσουρανεί. Εμείς, εδώ, στη μιζέρια μας, τι κάνουμε είναι το ζήτημα. Ανέφερα το παράδειγμά του γιατί ο χώρος που κινείται, θεωρητικά, είναι πιο ανώδυνος. Θα έπρεπε να ενώνει. Αν πιάσουμε την πολιτική, εκεί βρισκόμαστε πλέον στα πρόθυρα ή και στον ήδη εκδηλωμένο εμφύλιο. Με συγκεκριμένα στρατόπεδα αλλά και γενικώς. Όλοι εναντίον όλων. Με θυμό εναντίον του άλλου και της κοινωνίας.

Κάτω από κάθε ανάρτηση επωνύμου πολιτικού, σχόλια ειρωνείας και χολής. Αποτρεπτικά της κάθε πρωτοβουλίας. Μηδενιστικά και υβριστικά, αγνοώντας (από άγνοια ή από πεποίθηση, μια και “τίποτε δε λειτουργεί”) ακόμα και νομικές συνέπειες. Μα ούτε αυτό το τελευταίο έχει τόση σημασία. Το τρομακτικό είναι αυτός ο μηδενιστικός λόγος, που κρύβει και μηδενιστική κοσμοθεωρία. Μια γενική ματαιότητα. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει, όλα είναι μάταια, οπότε “στάχτη και μπούρμπερη”. Και φυσικά, η αντιμετώπιση αυτή εκτείνεται και σε λιγότερο “επώνυμους”. Σε νέους ανθρώπους που έχουν το “θράσος” να επιδιώκουν δημόσιο λόγο. Όχι, και αυτοί πρέπει να “αποκεφαλισθούν”. Να τους φύγει η διάθεση προσφοράς. Με ποιο δικαίωμα έχουν αυτοί ψήγμα έστω ελπίδας; Γιατί δεν τα βλέπουν και αυτοί όλα μαύρα και γιατί τολμούν να αρθρώνουν λόγο, υποστηρίζοντας μάλιστα και συγκεκριμένες θέσεις ή κόμματα;

Γιατί αυτό είναι το μεγαλύτερο σύμπτωμα. Ο διάλογος έχει εξοβελιστεί ως έννοια. Η αποδεκτή διαφωνία και η ανταλλαγή επιχειρημάτων. Όχι, εδώ αν διαφωνείς, η απάντηση είναι μόνο η ειρωνεία και ο χλευασμός. Η καταστροφή του “αντιπάλου”. Φαίνεται ανάγλυφα σε κάθε θέμα επικαιρότητας. Κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό. Στρατόπεδα συνθημάτων και ολοκληρωτικού πολέμου. Δίχως γέφυρες. Και φυσικά, υπάρχουν πολλές αιτίες για αυτό, που πηγαίνουν βαθιά. Σχετίζεται και με την οικονομική κρίση και τις απάνθρωπες συχνά συνθήκες διαβίωσης, που δημιουργούν βασικά φόβο και γενικευμένη ανασφάλεια. Δεν είναι μόνο αυτό όμως.

Σχετίζεται και με τη διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας από την ηγεσία της. Από τον δημόσιο λόγο από τα πλέον επίσημα χείλη, που σε κάθε δεύτερη φράση μόνο να κατηγορούν μπορούν και να διχάζουν. Που δεν μιλούν με λόγο δημιουργικό, για πολιτικές παραγωγής και οράματος, αλλά μόνο για “σκοτεινές ευθύνες” και για “μοχθηρούς ανθρώπους”. Που συντηρούνται και ζουν μόνο από την ολιστική, μανιχαϊστική αντιπαράθεση. Αυτοί κακοί, εμείς καλοί. Τέλος, χωρίς ανάγκη άλλου επιχειρήματος. Κι ας είναι αυτό φαύλος κύκλος.

Μιλάμε συχνά, όχι όσο θα έπρεπε, για τις πολιτικές που είναι αναγκαίες για την οικονομική ανάκαμψη. Πέρα και πάνω από αυτά όμως, θα έπρεπε να μας απασχολεί και η σχέση μας με τον “άλλο”. Η συμβίωσή μας σε αυτήν την κοινωνία, που είναι το σπίτι μας. Πώς και τι να χτίσουμε, έστω από την αρχή, αν δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλο; Αν δεν μπορούμε να ενθαρρύνουμε τους νεότερους, τους άξιους, να βγουν μπροστά και τους κλείνουμε το δρόμο με κάθε τρόπο, με κάθε μας λέξη; Έτσι, δεν πάμε πουθενά. Δεν έχει και νόημα. Ακόμα και κάτι αξιόλογο να χτιστεί, σε δεύτερη φάση θα γκρεμίζεται. Ας ξανακούσουμε τον ποιητή. Είναι άμεση ανάγκη να μάθουμε πάλι “να κουβεντιάζουμε, ήσυχα και απλά”

πηγή

Ενας ελέφαντας στο δωμάτιο της Ευρώπης! | Άρθρο του Γιάννη Δάλμα

Τα στοιχεία για τη διεύρυνση των ανισοτήτων στην Ευρώπη σήμερα είναι σοκαριστικά και δεν επιδέχονται εφησυχασμούς και ημίμετρα από έναν πολιτικό χώρο που θέλει να λέγεται προοδευτικός. Παραθέτω ορισμένα δεδομένα, ενδεικτικά και μόνο:

Οι εισοδηματικές ανισότητες είναι μεγαλύτερες στην Ε.Ε. από ό,τι στις ΗΠΑ, αν θεωρήσουμε την Ε.Ε. ως μία ενιαία χώρα.

Περισσότεροι από 118,7 εκατομμύρια Ευρωπαίοι διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένων 26,9% των παιδιών και 17,4% των ηλικιωμένων. Το 5% των πλουσιότερων Ευρωπαίων κατέχουν σχεδόν το 40% του συνολικού ιδιωτικού πλούτου. Το 10% των Ευρωπαίων δεν μπορούν να θερμάνουν το σπίτι τους. Το χάσμα μεταξύ πόλεων και υπαίθρου μεγεθύνεται με τους πολίτες σε πολλές περιοχές να αισθάνονται εγκαταλειμμένοι.

Στην Ελλάδα το ένα τρίτο των νέων ενηλίκων βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης και ακολουθούν η Ιταλία και η Βουλγαρία.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι αλλά εξηγούν το πώς και το γιατί η Ευρώπη βρίσκεται εν μέσω πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κρίσης, κρίσεις οι οποίες αλληλοσυνδέονται και ανατροφοδοτούνται μεταξύ τους. Το διακύβευμα μεγάλο και οφείλουμε ή να δράσουμε τώρα αποτελεσματικά με προοδευτικές λύσεις ή δεν υπάρχει επιστροφή στην κοινωνική Ευρώπη που ξέραμε, με κίνδυνο να καταρρεύσει ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Οι Σοσιαλιστές στο Ευρωκοινοβούλιο αναγνωρίσαμε ότι το μοντέλο της ανάπτυξης που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα είναι μη βιώσιμο και αποφασίσαμε να λάβουμε δράση. Για αυτόν τον λόγο συστήθηκε τον Απρίλιο του 2018 η Ανεξάρτητη Επιτροπή για την Ευημερία και την Ισότητα (Independent Commission for Sustainable Equality). Τριάντα εξέχουσες προσωπικότητες, πολιτικοί, εμπειρογνώμονες, ακαδημαϊκοί και στοχαστές από όλη την Ευρώπη συμμετείχαν στην Ανεξάρτητη Επιτροπή, το έργο της οποίας υποστήριξε επιπροσθέτως ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών εταίρων, μη κυβερνητικών οργανώσεων καθώς και οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών.

Η Ανεξάρτητη Εκθεση είναι το αποτέλεσμα μιας πολύμηνης προσπάθειας διαβούλευσης, στοχασμού και διαλόγου.

Η έκθεση, που παρουσιάστηκε την προηγούμενη Τρίτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε συνέντευξη Τύπου, παρουσία του Udo Bullmann Προέδρου της Ομάδας των Σοσιαλιστών και των συμπροέδρων της επιτροπής, Λούκας Κατσέλη και Poul Nyrup Rasmussen, πρώην πρωθυπουργού της Δανίας, εισηγείται πάνω από 100 ριζοσπαστικά προοδευτικές προτάσεις για την επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περιγράφοντας παράλληλα ένα νέο μακροπρόθεσμο όραμα για μια πραγματικά δίκαιη και υπεύθυνη κοινωνία του 21ου αιώνα, μια κοινωνία στην οποία ο καθένας θα μπορεί να έχει ένα αξιοπρεπές μέλλον, μια κοινωνία η οποία θα σέβεται τον κάθε πολίτη αλλά και τον ίδιο τον πλανήτη μας, τον οποίο οφείλουμε επειγόντως να προστατεύσουμε.

Από τους κεντρικούς στόχους είναι να μειωθεί ο αριθμός των ανθρώπων που είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της φτώχειας κατά 25 εκατομμύρια έως το 2030 και κατά επιπλέον 50 εκατομμύρια μέχρι το 2050.

Δεν μπορεί να βάζουμε στόχους βελτίωσης των ενεργειακών αποδόσεων για το 2030 και το 2050 και να μη βάζουμε στόχους για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων.

Είναι σημαντικό πως η συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η Ευρώπη μόλις άνοιξε και είναι πλέον στα χέρια των προοδευτικών δυνάμεών της να εφαρμοστούν απέναντι στις συντηρητικές δυνάμεις, οι οποίες είναι κυρίως υπεύθυνες για τις αυξανόμενες ανισότητες, την άνοδο των λαϊκιστών και εθνικιστών και την αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα των επόμενων ευρωεκλογών θα κρίνει εν πολλοίς είτε την αρχή ενός καινούργιου μοντέλου, είτε την παραμονή στο bussiness as usual, με ανεξέλεγκτες καταλήξεις. Εμείς θα παλέψουμε για το πρώτο, με πάθος και αισιοδοξία!

πηγή

“Στο καλό” κυρία Μέρκελ (ή το τέχνασμα της Μέρκελ και ο Μακιαβέλι) | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Η καγκελάριος Μέρκελ αποφάσισε να παραιτηθεί από την ηγεσία του CDU, μέσα στον ερχόμενο μήνα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι στην πορεία θα αναγκαστεί είτε να παραδώσει και την καγκελαρία στο νικητή των εσωκομματικών εκλογών είτε να οδηγήσει τη χώρα της σε πρόωρες εκλογές.

Σε μια εποχή ‘τεράτων”, η αποχώρηση της Μέρκελ μετά από 13 χρόνια προκαλεί ήδη ανασφάλεια σε αρκετούς φιλο-ευρωπαϊστές. Οι ίδιοι όμως παραβλέπουν ότι παρά την αναντίρρητα γενναία στάση της στο Προσφυγικό και στο Brexit και τον σθεναρό αντίλογο σε Τραμπ και Πούτιν, έχει την κύρια ευθύνη για τη βαθιά οικονομική κρίση που προκαλεί διαρκώς μετασεισμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Οι Γερμανοί της καταλογίζουν έλλειψη οράματος και τολμηρών μεταρρυθμίσεων. Αναλαμβάνοντας το τιμόνι της χώρας από τον σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ, έδρεψε τους καρπούς της κοινωνικής συμφωνίας για συγκράτηση των μισθών, που μετέτρεψε τη Γερμανία από ασθενή της Ευρώπης σε εξαγωγικό κολοσσό. Η εμμονή στο μηδενικό έλλειμμα στέρησε αναγκαίες δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές σε φτωχότερες περιοχές της χώρας, ενώ είναι παροιμιώδης η αδράνειά της απέναντι στην τεχνολογική επανάσταση και στις αλλαγές που αυτή φέρνει στις εργασιακές σχέσεις και στον οικονομικό ανταγωνισμό εντός της χώρας της.

Δυστυχώς, την τσιγκουνιά της Γερμανίας και τους πολιτικούς μικροϋπολογισμούς της Μέρκελ τις πλήρωσε η Ευρώπη, μαζί και εμείς. Στην περίπτωση της Ελλάδας και ιδιαίτερα στην αρχή της κρίσης, οι περικοπές δεν ήταν ποτέ αρκετές, η αναδιάρθρωση του χρέους προσέκρουε σε διαρκές βέτο, η κακοφωνία έστελνε τα κεφάλαια των καταθετών του ευρωπαϊκού Νότου στις γερμανικές τράπεζες, το ΔΝΤ αντικατέστησε την Κομισιόν και το Eurogroup το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το δόγμα “ο καθένας να κοιτά το σπίτι του” διαψεύστηκε από τις εξελίξεις. Τα κράτη δεν είναι νοικοκυραίοι, ούτε έχουν τους ίδιους θεσμούς. Για να εξάγουν κάποιοι, άλλοι πρέπει να εισάγουν. Τα πλεονάσματα των δε, είναι τα ελλείμματα των δε, σε μια ατελή οικονομική ένωση.

Το άδειασμα των ευρωπαϊκών οργάνων όμως δεν ήρθε μαζί με ένα τολμηρό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην ευρωζώνη. Από τη μία πάγωσε κάθε πρόταση για κοινό προϋπολογισμό, ευρω-ομόλογο ή Κοινοβούλιο για τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Και από την άλλη νομοθέτησε τιμωρητικά δημοσιονομικά σύμφωνα νεκρανασταίνοντας ανιστόρητα τη μεσοπολεμική λιτότητα για τις υπερχρεωμένες χώρες, που χρειάστηκαν περίπου μια δεκαετία για να συνέλθουν, με σημαντικές πληγές στη δημοκρατία και στο κοινωνικό τους κράτος. Ας μη λησμονούμε ότι ήταν η πρώτη που άνοιξε ανεύθυνα τη ντουλάπα του εθνικισμού μιλώντας για Έλληνες, Ισπανούς και Πορτογάλους, “που κάνουν πολλές διακοπές και παίρνουν συντάξεις νωρίς”.

Με δυο λόγια, κανονικότητα και λιτότητα για τους έξω, συναίνεση με σοσιαλδημοκρατικές πινελιές στο εσωτερικό. Κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς τις πολιτικές της, για τις οποίες ο Ευρωπαίος ιστορικός του μέλλοντος δεν θα είναι γενναιόδωρος. Όπως είπε και ο γερμανός φιλόσοφος Ούλριχ Μπεκ, λίγο πριν αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο, “η Μέρκελ τελειοποίησε μια μορφή “αθέλητης κυριαρχίας. Η εξουσία της βρίσκεται στην αναποφασιστικότητά της, στην αναβολή και άρνηση των πιστώσεων. Με τον τρόπο αυτό, η άνοδος της Γερμανίας στην ηγεσία της Ευρώπης προωθείται και αποκρύπτεται ταυρόχρονα. Αυτό είναι το τέχνασμα που τόσο καλά ξέρει να χειρίζεται η Μέρκελ, και θα μπορούσε να προέρχεται από χειρόγραφα του Μακιαβέλι”.

Θέμα της Κυριακής 11.11.2018

Θα σώσει η Αυτοδιοίκηση τη χαμένη τιμή της πολιτικής; | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Ώρες ώρες είναι να απελπίζεσαι από το πόσο στον κόσμο της παραμένει η ελληνική πολιτική ζωή. Ακόμη και χωρίς μνημόνια, αλλά με διεθνή επιτροπεία, η δεκαετής σχεδόν κρίση δεν λέει να τελειώσει ως νοοτροπία και αντίληψη. Ο διχασμός παραμονεύει στη γωνία. Ο εμφυλιοπολεμικός λόγος αναζωπυρώνεται με την πρώτη ευκαιρία.

Τα καθημερινά δελτία Τύπου των δύο μεγάλων κομμάτων είναι γεμάτα εχθρικά επίθετα για τον πολιτικό αντίπαλο. Υπουργοί σχολιάζουν την αποτυχία τους μεταθέτοντας την ευθύνη στους πολίτες ή στους υφισταμένους τους. Ο πρωθυπουργός προσβάλλει Έλληνα πολίτη από το βήμα της Βουλής σε μια αποτυχημένη απόπειρα χιούμορ. Σκάνδαλα, ράσα και προεκλογικές παροχές είναι το τρίπτυχο μιας παρακμιακής καθήλωσης σε ένα μικρόκοσμο, που τροφοδοτείται από τις επιδιώξεις λίγων στις μερικές εκατοντάδες τετραγωνικά που ενώνουν τις πλατείες Συντάγματος και Κολωνακίου.

Φαίνεται ότι βγήκαμε από την κρίση χωρίς κάποια βασικά συμπεράσματα ή έστω κάποιου είδους επιθυμητή συμβατότητα με άλλες χώρες που τη γλίτωσαν. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συνανθρώπων μας θεωρεί ότι η πολιτική λειτουργεί ως ένα σύμπαν με δικούς του κανόνες και συνθήκες συναλλαγής, διαφθοράς και αλληλο-εξυπηρετήσεων.

Υπάρχει όμως και ο χώρος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εκεί τα πράγματα μάλλον είναι διαφορετικά. Ίσως γιατί εκεί σκάνε τα πρώτα κύματα της κοινωνικής ωρίμανσης ή οι κρίσεις της καθημερινότητας. Από το 2010, που λειτούργησε ο “Καλλικράτης” και παρά τα προβλήματά του, περιφέρειες και δήμοι υποκατέστησαν και συμπλήρωσαν πολλές από τις λειτουργίες του κεντρικού κράτους, ενώ δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί και υπηρεσίες για την προστασία των ασθενέστερων. Αν βέβαια το κράτος έλυνε τα χέρια της Αυτοδιοίκησης, θα λυνόντουσαν και περισσότερα προβλήματα. Και σίγουρα θα γλιτώναμε και ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και ταλαιπωρία, αν αποκεντρώναμε την πλειοψηφία των κρατικών υπηρεσιών και αφήναμε την κεντρική κυβέρνηση να σχεδιάζει και να αξιολογεί τις πολιτικές της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Η ιστορία όμως που έχει σημασία είναι ότι σήμερα η σημερινή κεντρική πολιτική απογοητεύει τους πολίτες. Οι προσδοκίες όμως δεν θα μείνουν ορφανές. Πολλές θα στραφούν προς την τοπική αυτοδιοίκηση. Έχουμε δει ότι ένας καλός δήμαρχος, που διαδέχεται έναν άλλο καλό δήμαρχο, μπορούν μαζί να κάνουν τη διαφορά και να αλλάξουν αντιλήψεις, να βάλουν τους πολίτες στο παιχνίδι, ώστε να προστατεύουν την πόλη τους από πισωγυρίσματα.

Δυστυχώς αυτή η ‘συνέχεια’ δεν συνέβη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Μια καλή θητεία διακοπτόταν από οπορτουνιστές ή όσους έψαχναν εφαλτήριο για την κεντρική πολιτική σκηνή. Όμως η παρακαταθήκη Καμίνη και Μπουτάρη, με όσα αρνητικά και αν τους προσάψει κανείς, είναι μια βάση για να χτίσει κανείς. Απέδειξαν ότι μπορεί μια δημοτική αρχή να εκφράζει έμπρακτα προοδευτικές αρχές και πολιτικές. Και ότι προφανώς είναι σημαντικό να αλλάζουν οι λάμπες και να μαζεύονται τα σκουπίδια στην ώρα τους, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να σέβεσαι το δημόσιο χρήμα, να μεριμνάς για όσους δεν έχουν ένα πιάτο φαγητό, να τα βάζεις με τους νεοναζί και να ανοίγεις τους πολιτισμικούς και οικονομικούς ορίζοντες της πόλης σου.

Κάθε δήμαρχος πρέπει να κρίνεται από τις συνθήκες που καλείται να διαχειριστεί. Τώρα πια στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, δήμαρχοι και περιφερειάρχες θα έχουν ακόμη πιο σημαντικό ρόλο. Ούτως ή άλλως, με τον “Κλεισθένη”, κανείς δεν θα περισσεύει την επόμενη μέρα. Ρεαλιστές και ιδεαλιστές θα πρέπει να συνεργαστούν για το καλό των πόλεων, αλλά και για τη χαμένη τιμή της πολιτικής, έτσι όπως την χρεοκοπούν καθημερινά οι σημερινοί κυβερνώντες.

Πρώτο Θέμα, 25.11.2018

Το “καθαρό μυαλό” του Α.Τσίπρα: Οι αυταπάτες συνεχίζονται | Άρθρο του Νίκου Κασκαβέλη

Όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, βλέπουμε να ξετυλίγεται το κυβερνητικό αφήγημα με το οποίο θα οδηγηθούμε σε αυτές.

Με την πίεση των δημοσκοπήσεων, αλλά και τη λαϊκή δυσαρέσκεια που αποτυπώνεται παντού -από αποτελέσματα εκλογών σε φορείς, έως τη δυσχέρεια ανεύρεσης υποψηφίων στις τοπικές εκλογές, αλλά και ανεύρεσης πρόθυμων υπερασπιστών της Κυβέρνησης σε παρέες κάθε είδους- να διαμορφώνουν ένα δυσμενές περιβάλλον, η Κυβέρνηση επιδιώκει να εμφανίσει τη δική της πραγματικότητα, προκειμένου να περιορίσει τις απώλειές της. Και η καθημερινότητα, δίνει πολλές αφορμές για να διαπιστώσουμε τη διπλή εκδοχή της πραγματικότητας. Από τη μια τα αμείλικτα γεγονότα και από την άλλη την επικοινωνιακή προπαγάνδα του Μαξίμου.

Μεγάλη αφορμή για συζήτηση παρείχε η πρόσκληση του κ. Τσίπρα στο Συνέδριο του ιστορικού μεν, παραπαίοντος δε, SPD στη Γερμανία. Πέρα από τη φιλολογική συζήτηση περί της σοσιαλδημοκρατικής στροφής ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ, η ομιλία του Πρωθυπουργού προκάλεσε μεγάλη συζήτηση. Κι ακόμα και στα σημεία που δέχθηκε χειροκροτήματα από εκείνους που τα κρίσιμα χρόνια 2010-2015 τον κοιτούσαν με έκπληξη, ενδεχομένως και εχθρότητα, για όσα υποστήριζε, οι αντιφάσεις και η έλλειψη λογικής και ιστορικής συνοχής ήταν κραυγαλέα.

Το αν ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπει προς τη σοσιαλδημοκρατία, ακόμα και αν έχει θεωρητικό ενδιαφέρον, αφού τον κόσμο αμφίβολο πόσο τον ενδιαφέρει, είναι ένα ζήτημα πραγματικό. Αφορά τις πολιτικές που εφαρμόζει. Τις συμμαχίες που συνάπτει. Τις μεθοδεύσεις που προκρίνει για τη διατήρηση της εξουσίας και τη σπίλωση των πολιτικών του αντιπάλων που κατ’ όνομα μόνο εγκαλεί για μη επίδειξη δήθεν συναίνεσης. Ποιος; Εκείνος που αρνήθηκε κάθε διάλογο και που δεν ψήφισε τίποτε όσο ήταν στην αντιπολίτευση, ακόμα και τους ευεργετικούς νόμους που αργότερα εφάρμοσε ως “ευαγγέλιο”. Τελικά, είναι και θέμα αισθητικής.

Ο συνεταίρος λοιπόν των ΑΝΕΛ και του κ. Καμμένου (τον οποίον προτίμησε κατ’ επανάληψη σε κάθε είδους διένεξη ή σε κάθε δίλημμα πχ για τη διακυβέρνηση), ο προσχωρήσας στο “δόγμα Πολάκη”, ο θεσμικά υπεύθυνος για όσα γίνονται στη Δικαιοσύνη και οι ίδιες οι Ενώσεις Δικαστών καταγγέλλουν, ποια σοσιαλδημοκρατία ορέγεται; Άλλωστε, πονηρά κινούμενος, ουδέποτε έχει ο ίδιος δηλώσει ευθαρσώς πως ανήκει ή επιθυμεί στο μέλλον να συμπράξει με τη συγκεκριμένη οικογένεια. “Ριζοσπαστική αριστερά” λέει ο τίτλος του κόμματος, άσχετα αν και αυτή η οικογένεια τον έχει επίσης με ένταση αποκηρύξει (πχ Μελανσόν, Podemos, αλλά και οι εγχώριοι πρώην σύντροφοί του). Το ρόλο της σταδιακής του, ρητορικής, “κανονικοποίησης” τον έχει αφήσει σε καλοθελητές αναλυτές, που σώνει και καλά, με το στανιό, θέλουν να τον επιβάλουν ως τέτοιον στην κοινή γνώμη. Μα, ας το πει πρώτα ο ίδιος. Ύστερα, κι αφού δούμε πράξεις, το ξανασυζητάμε.

Είπε όμως ο Πρωθυπουργός, μιλώντας για το πολύ ζοφερό εκείνο διάστημα του 2015, πως το “καθαρό του μυαλό” ήταν εκείνο που τον βοήθησε να πάρει τις σωστές αποφάσεις. Μάλιστα. Δηλαδή, έως εκείνο το σημείο του Ιουλίου, παραδέχεται πως δεν έπαιρνε σωστές αποφάσεις. Γιατί εκείνος τις πήρε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις. Αυτές πχ που οδήγησαν σε ένα διχαστικό και παράνομο δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου, σύμφωνο με τη δική του προτροπή και τον παθιασμένο αγώνα, ο ίδιος αγνόησε. Αυτές που οδήγησαν σε κλείσιμο και πλήρη απαξίωση των Τραπεζών, σε ανάγκη υπαγωγής σε 3ο Μνημόνιο και σε υπογραφή απίστευτων αποφάσεων που οι –δαιμονοποιημένοι από τον ίδιο- προηγούμενοι ούτε καν διανοούνταν  (Υπερταμείο 99 χρόνια κλπ, ΕΚΑΣ κλπ). Αυτές που χρέωσαν 100 ή περισσότερα δισ. στις επόμενες γενιές Ελλήνων και δέσμευσαν σε ασφυκτικές πολιτικές τις επόμενες Κυβερνήσεις έως το 2060.

Ξέχασε φαίνεται ο Πρωθυπουργός. Ιδίως, πως στο τραγικό αδιέξοδο οδήγησαν οι δικές του αποφάσεις. Οι ψευδαισθήσεις ή “αυταπάτες” του, όπως τις έλεγε. Γιατί δεν βρέθηκε στο οδυνηρό αυτό δίλημμα από “πράξη Θεού”. Ήταν η δική του πολιτική, όχι στιγμιαία όπως παρουσιάζουν, αλλά με διάρκεια 5 ετών, που νομοτελειακά οδήγησε στη στιγμή αυτή. Της βίαιης σύγκρουσης με την πραγματικότητα. Τα προηγούμενα χρόνια, στις αντίστοιχες επιλογές των προηγούμενων, που επίσης πιέζονταν, με δημόσια οικονομικά πολύ δυσχερέστερα, ο ίδιος επέλεγε την εύκολη ρητορική. Της καταγγελίας. Των εύκολων λύσεων και της ρήξης. Αφού όμως κατάφερε τον αληθινό του στόχο, την ανάληψη της εξουσίας, μετά ήρθε και η ώρα των αποφάσεων. Και εκεί κατάλαβε, με κόστος ολέθριο ήδη για τη χώρα, πως η επιλογή της καταστροφής δεν ήταν πραγματική.

Και τι έγινε όμως μετά τη στροφή στον ρεαλισμό δήθεν; Άρχισαν οι αποφάσεις με “καθαρό μυαλό”; Ας δούμε τι έχουμε, τρία και πλέον χρόνια μετά: Μια χώρα εκτός αγορών, δίχως χρηματοδοτική στήριξη από τους εταίρους. Μια χώρα αναιμικής ανάπτυξης, με “αιμορραγία” δυναμικών στρωμάτων διεθνώς. Μια οικονομία στραγγαλισμένη από την υπερφορολόγηση, δίχως επενδύσεις, χωρίς Τράπεζες στην ουσία και με ετοιμόρροπο ασφαλιστικό. Μια χώρα σε μια τόσο ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, με προκλήσεις στις σχέσεις με τους γείτονες και με τραγικές συνθήκες στα υψηλότερα κλιμάκια της ηγεσίας στα αντίστοιχα Υπουργεία (αποπομπή Κοτζιά, προσωπικά “παιχνίδια” Καμμένου στην εξωτερική πολιτική, αλλά και σχετικά με την κυβερνητική σταθερότητα). Και βέβαια μια χώρα με υπονομευμένους θεσμούς εσωτερικά, με την ασφάλεια του πολίτη σε καθημερινή δοκιμασία και τη γενικότερη ανομία και αίσθηση αυθαιρεσίας σε επίπεδα εκτός κανονικής ευρωπαϊκής χώρας.

Σε αυτό το περιβάλλον και αντί να είμαστε μάρτυρες πραγματικών πολιτικών ανασυγκρότησης της χώρας και της οικονομίας γινόμαστε ακόμα μια φορά μάρτυρες της Κυβερνητικής στρατηγικής. Επικοινωνία και Άγιος ο Θεός. Όλα για τη μακροημέρευση και για τους πηχυαίους τίτλους. Τίποτε για την ουσία. Βαφτίζουν το κρέας ψάρι παντού και προσπαθούν να πείσουν πως οι τίτλοι που σκαρφίζονται ισοδυναμούν με τις παλαιές πολιτικές που επί χρόνια υπόσχονταν. Τρανό παράδειγμα, το θέμα με την Εκκλησία, που θα το βρούμε ξανά μπροστά μας. Γενικά, υποσχέσεις παντού, επιδοματική λογική ομηρείας κοινωνικών ομάδων και καταγγελτικός λόγος εναντίον “φαντασμάτων”, επιπέδου άλλων δεκαετιών. Η εργαλειακή αντίληψη και χρήση θεσμών και μέσων βρίσκεται σε πλήρη αποθέωση και οδηγεί σε απαξίωση ακόμη και τα “άγια των αγίων” της Πολιτείας, όπως η Συνταγματική αναθεώρηση.

Η χώρα βρέθηκε και στο παρελθόν σε παρόμοιες καταστάσεις. Την περίοδο πχ 2007-2009 κι ενώ διεθνώς υπήρχε χαλασμός, εδώ η τότε Κυβέρνηση, για να σώσει την επιρροή της, εξακόντισε τις δαπάνες και οδήγησε σε αδιέξοδο. Κι έστω πως τότε, παρά τα καμπανάκια, δεν είχαμε την εμπειρία. Προερχόμασταν άλλωστε από πολυετή ευημερία και ανάπτυξη. Πιστεύαμε πως έτσι θα είναι πάντα. Τώρα; Μετά από 9 χρόνια σε βαθιά κρίση, δεν αποκτήσαμε εμπειρία; Τόσα και τόσα υπέστησαν οι πολίτες και εν τέλει τα δημόσια οικονομικά, παρά τις αλχημείες, έχουν καλύτερη εικόνα; Θα κάνουμε τα ίδια;

Το δίλημμα είναι σαφές. Είτε θα ασχοληθούμε σοβαρά με την ανασυγκρότηση οικονομίας και κοινωνίας και θα πάμε δυναμικά μπροστά, είτε θα δώσουμε μία και θα γκρεμίσουμε και όσα απέμειναν. Οι Κυβερνητικού χειρισμοί εσχάτως και όσο βαίνουμε προς εκλογές, δείχνουν διάθεση επανάληψης των χειρότερων πρακτικών μας. Είμαστε μάρτυρες της νέας υπονόμευσης της χώρας. Η βόμβα πυροδοτείται και πάλι. Και οι διεθνείς ενδείξεις, ξανά δυσοίωνες. Πολλοί μιλούν για νέα διεθνή κρίση σύντομα. Θα μας βρει έτοιμους ή ένα βήμα από την ολοσχερή κατάρρευση; Και αυτή τη φορά δεν χωρεί συγχώρεση. Θα έπρεπε να έχουμε μάθει. Και αν όχι το πολιτικό σύστημα, ίσως η κοινωνία. Σύντομα, θα έχει την ευκαιρία να το δείξει.

πηγή