Η συνάντηση των προοδευτικών δυνάμεων | Θανάσης Κοντογεώργης | Μεταρρύθμιση, Μέλος του Μπροστά

“Η κινητικότητα ιδεών και προσώπων που παρουσιάζεται στον ευρύτερο χώρο του κέντρου, ίσως και να αποτελεί εν μέρει σημάδι ιδεολογικής σύγχυσης, απότοκο, μπορεί και δικαιολογημένο, μιας σφοδρής ολικής κρίσης. Αποτελεί όμως και προπομπό μιαςέντονης πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας, που μέσα από την ωρίμανση του διαλόγου, θα μπορέσει να οδηγήσει σε νέες κοινωνικές συνθέσεις, απαραίτητες για την επικράτηση προοδευτικών πολιτικών, την ανάδειξη νέων ηγεσιών, την απελευθέρωση των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.”

 

Είναι εξαιρετικά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η κινητικότητα που παρουσιάζεται την τελευταία περίοδο, ιδιαίτερα στον πολιτικό χώρο του κέντρου και πλησίον αυτού. Οι αποκαλούμενες «προοδευτικές, μεταρρυθμιστικές και δημιουργικές δυνάμεις» της χώρας, αποπειρώνται μέσω παλαιών ή και νέων κομματικών σχηματισμών, πολιτικών κινήσεων και συλλογικών πρωτοβουλιών της κοινωνίας των πολιτών, να οριοθετήσουν εκ νέου τη θέση τους στην κοινωνία, υπό την πίεση των συνθηκών και των προκλήσεων που θέτει η ολική κρίση που βιώνουμε – κρίση οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική.

Η συζήτηση είναι έντονη, αν και πολλές φορές αποσπασματική. Περιστρέφεται συχνά γύρω από την έννοια της «δικαιοσύνης», της ανάγκης «απόδοσης δικαίου», του βαθμού δικαίου που χαρακτηρίζει τα μέτρα και τις πολιτικές. Είναι μια συζήτηση, που χωρίς να συνομολογείται ρητά, τη διαπερνά και την καθορίζει η πολιτική αντίληψη των συμμετεχόντων για τη «δίκαιη κοινωνία» και πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσα στις παρούσες συνθήκες.

Στο παρόν σύντομο κείμενο υποστηρίζω τη θέση ότι οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, θα μπορέσουν να συναντηθούν σε μια νέα κοινωνική συνισταμένη, με πολιτική έκφραση που θα υπερβαίνει τις αγκυλώσεις και υστερήσεις του παρελθόντος, αν λειτουργήσουν συνθετικά, οικοδομήσουν από κοινού και συμμετάσχουν με ειλικρίνεια σε ένα δημόσιο και συνεχή ανοικτό κοινωνικό και πολιτικό διάλογο για μια δίκαιη κοινωνία.

Τα ερωτήματα είναι βασικά, πρωτογενή, αλλά κυρίαρχα και θεμελιώδη για την αναζήτηση μιας κοινής ιδεολογικής σύγκλισης, που μπορεί να οδηγήσει σε μια ηγεμονία προοδευτικών ιδεών.

Πώς πρέπει να επιδιώκονται και να κατανέμονται οι καρποί της ανάπτυξης και της ευημερίας;

Πώς πρέπει να επιμερίζονται τα βάρη των δύσκολων καιρών και το κόστος της κρίσης;

Πώς πρέπει να ορίζονται τα βασικά δικαιώματα των πολιτών και πώς αυτά να προστατεύονται;

Πώς πρέπει να διανέμουμε τα αγαθά στα οποία δίνουμε αξία, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, τον πλούτο και το εισόδημα, τα αξιώματα και τις θέσεις ευθύνης, και τέλος,

Πώς πρέπει, ειδικά τώρα, να αντιμετωπίσουμε την ανισότητα που υπονομεύει την αλληλεγγύη και το αίσθημα της κοινότητας, όταν αυτά είναι συστατικά και αναπόσπαστα στοιχεία της δημοκρατικής ιδιότητας του πολίτη; Πώς θα αποτρέψουμε την περαιτέρω υποβάθμιση δημοσίων υπηρεσιών, αγαθών και θεσμών, των χώρων συνάντησης πολιτών με διαφορετική κοινωνική προέλευση, που λειτουργεί ανασταλτικά -έως και καταστροφικά- στην καλλιέργεια της αλληλεγγύης και την ενθάρρυνση της ατομικής δράσης, μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνευθύνης;

Η μελέτη και επεξεργασία δημόσιων πολιτικών που απαντούν στον πυρήνα των παραπάνω ερωτημάτων, μπορούν να αποτελέσουν τη μαγιά μιας εντατικής συνεργατικής παρουσίας των δυνάμεων της προόδου και του εκσυγχρονισμού στο δημόσιο διάλογο.

Για να λειτουργήσει και να φέρει αποτελέσματα στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας η διαλεκτική αυτή σχέση, είναι απαραίτητο να τεθούν κάποιες προϋποθέσεις και να συνομολογηθούν κοινές παραδοχές.

Να στοχεύσουμε από κοινού και να δημιουργήσουμε μια δημόσια σφαίρα δεκτική στις -έστω και αναπόφευκτες- διαφωνίες, ακόμα και αν αυτές υπάρχουν μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων που θέλουν να βλέπουν τα πράγματα να πηγαίνουν μπροστά.

Να φανταστούμε μια πολιτική που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα ηθικά και πνευματικά ζητήματα και να τα συνδέσουμε με ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές πρόνοιες και μέριμνες.

Να αναζητήσουμε από κοινού και να βρούμε τον τρόπο για να καλλιεργηθεί στους πολίτες το ενδιαφέρον για το σύνολο, η κοινωνική εμπιστοσύνη και η αφοσίωση στο κοινό καλό και να αποδομήσουμε, να αντιταχθούμε στις απόλυτα ιδιωτικά εξατομικευμένες ερμηνείες της ευημερίας.

Να αξιολογήσουμε και να θέσουμε κριτήρια στη θέση ότι, δικαιοσύνη σημαίνει ότι δίνουμε στα άτομα ό,τι τους αξίζει και οφείλεται.

Να αποδεχθούμε ότι για να κατανοήσουμε μια σειρά ηθικών και πολιτικών υποχρεώσεων και για να είναι ακόλουθη με αυτές η πολιτική μας πρακτική, αν και ελεύθεροι, δεσμευόμαστε από δεσμούς τους οποίους μπορεί να μην έχουμε επιλέξει, αλλά έχουν να κάνουν και με την αλληλεγγύη, την ιστορική και συλλογική μνήμη, τις κοινωνικές και πολιτισμικές εναποθέσεις και τη συμπόρευση στην ηθική αποκατάσταση και την εκ νέου νομιμοποίηση της πολιτικής.

Η κινητικότητα ιδεών και προσώπων που παρουσιάζεται στον ευρύτερο χώρο του κέντρου, ίσως και να αποτελεί εν μέρει σημάδι ιδεολογικής σύγχυσης, απότοκο, μπορεί και δικαιολογημένο, μιας σφοδρής ολικής κρίσης. Αποτελεί όμως και προπομπό μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας, που μέσα από την ωρίμανση του διαλόγου, όπως αυτός περιγράφηκε, θα μπορέσει να οδηγήσει σε νέες κοινωνικές συνθέσεις -απαραίτητες για την επικράτηση προοδευτικών πολιτικών, την ανάδειξη νέων ηγεσιών, την απελευθέρωση των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.

*Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος .

http://thanasiskontogeorgis.blogspot.com/

 

Η ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς, της Λαμπρινής Ρόρη | Περιοδικό Μεταρρύθμιση

Η ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς είναι ένα θέμα πάντα επίκαιρο, ειδικά μεταξύ όσων αυτοαναγνωρίζονται ως κεντροαριστεροί. Στη Ελλάδα σήμερα υπάρχει, όμως, μια επιτακτική ανάγκη να ανοίξουμε το διάλογο πάνω στο θέμα αυτό. Καταρχήν γιατί μετά το ιδεολογικό και προγραμματικό εγχείρημα του εκσυγχρονισμού, η Κεντροαριστερά πορεύεται χωρίς σαφές πρόταγμα, για να μην πω χωρίς κανένα πρόταγμα, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που εκ των πραγμάτων έγινε προτεραιότητα η αποφυγή χρεοκοπίας της χώρας.

Εκ των υστέρων, δε, μπορούμε να πούμε ότι μέρος των δυνάμεων του κεντροαριστερού χώρου έμοιαζαν να μη θέλουν ή να μη μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος του προβλήματος για πολύ καιρό, ακόμη και όταν δηλαδή η γυμνή αλήθεια για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας έγινε γνωστή σε όλο τον πλανήτη. Σήμερα, δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συζήτηση μοιάζει αναπόφευκτη, καθώς η συγκυρία αναπροσαρμόζει σχεδόν με βίαιο τρόπο, τόσο τις ταυτότητες όσο και τις στρατηγικές όλων των χώρων του πολιτικού φάσματος.

Δύο είναι grosso modo οι προοπτικές που υπάρχουν. Η μία είναι να περιορίσουμε τη συζήτηση στο αν πρέπει να συνεργαστεί το ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ και με ποιούς όρους. Η δεύτερη είναι να ανοίξουμε τη συζήτηση δημιουργίας ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού πόλου, όπου το εκκρεμές δε θα σταθεί στη συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Θα θεωρήσει τη συμπόρευση αυτή δεδομένη για όσους θέλουν και μπορούν -η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας άλλωστε δεν αφήνει ιδιαίτερο χώρο διαφοροποίησης- και θα ανοίξει το θέμα συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα σε νέες πολιτικές πρωτοβουλίες να ακουστούν και να συζητήσουν ισότιμα.

Ελπίζοντας ότι δε θα σας απογοητεύσω, θα υποστηρίξω τη δεύτερη προοπτική ως τη μόνη που εγγυάται ότι η Κεντροαριστερά ως σύνολο σε λίγα χρόνια δε θα είναι μια συρρικνωμένη, γραφική δύναμη, που θα αγωνίζεται μεταξύ μιας λαϊκιστικής Αριστεράς της διαμαρτυρίας από τη μία, και μιας εθνικιστικής, συντηρητικής Δεξιάς από την άλλη. Ας είμαστε ρεαλιστές, το μπόλιασμα δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ με δυνάμεις της ευρωπαϊκής, ανανεωτικής αριστεράς ήταν ένα θέμα που επιτυχώς έφερε στην αντζέντα το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα το 1996. Και ανέδειξε νέες αντιλήψεις, κοινές προτεραιότητες και στελέχη, παρά το ότι αυτό δεν αποτυπώθηκε με κεντρική κυβερνητική συνεργασία. Τότε ήταν ένα θέμα επίκαιρο. Αν θέλουμε να πούμε ότι έχουμε καταλάβει σήμερα την πολυπλοκότητα του προβλήματος –εθνικού και ευρωπαϊκού – η συναντίληψη σε μια σειρά θεμάτων μεταξύ ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη και να αναζητηθούν νέοι σύμμαχοι. Δεν είναι πια αυτή η συζήτηση επίκαιρη, είναι αναχρονιστική και εν μέρει υποκριτική.

Αν η ευρωπαϊκή και η ελληνική κρίση μας έδοσε ένα μάθημα μέχρι στιγμής, αυτό είναι ότι οι λύσεις στο παγκόσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον δε δίνονται σε επίπεδο έθνους-κράτους και ότι η γνωστή στην Κεντροαριστερά συνταγή του κρατισμού δεν παρέχει πλέον βέβαιες λύσεις. Η σύγχρονη Κεντροαριστερά πρέπει να δείξει σοβαρότητα και ρεαλισμό στην κατανόηση των συνθηκών που δημιουργούν την ανάγκη για ένα νέο παγκόσμιο κοινωνικό συμβόλαιο.

Στο συμβόλαιο αυτό η συμβολή των φιλελεύθερων είναι ζωτικής σημασίας, όπως και για τους φιλελεύθερους αντίστοιχα είναι η συμβολή των σοσιαλδημοκρατών. Οι μεν φιλελεύθεροι διαθέτουν την εμπειρία σε θέματα αγορών, κίνησης κεφαλαίου, ανοίγματος της οικονομίας. Οι δε σοσιαλδημοκράτες μπορούν να εγγυηθούν την αναδιανομή του πλούτου κατά τρόπο που θα προστατεύει τους αδύναμους, τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους, τον περιορισμό των ανισοτήτων. Και οι δύο πλευρές έχουν, άλλωστε, κοινές ευαισθησίες και μέτωπα ενάντια στον εθνικισμό, στο ρατσισμό, στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το θρησκευτικό φανατισμό.

Η όσμωση αυτή δε θα γίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Κάθε πλευρά πρέπει να επιμείνει στα δυνατά της σημεία και να αναγνωρίσει στην άλλη πού διαθέτει υπεροχή. Μια τέτοια δημιουργική συμμαχία φυσικά δε μπορεί να πετύχει αν ο καθένας μπαίνει στην κουβέντα με γνώμονα «πόσες ψήφους διαθέτω», «ποιές ιστορικές ταυτότητες προασπίζομαι», «ποιές εκλογικές πελατείες θέλω να διατηρήσω». Γνώμονας πρέπει να είναι η συγκρότηση ενός πόλου που θα διεμβολίσει τη Δεξιά δεξιότερα και θα φέρει κοντά της ό,τι προοδευτικό μπορεί να στηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Σε ό,τι ειδικά αφορά την Κεντροαριστερά, είναι μάλλον η ώρα να δείξει έμπρακτα ότι δε μπορεί πια να διεξάγει δημόσιο διάλογο και προεκλογικές συμμαχίες με τους όρους μιας μετα-κομμουνιστικής αριστερής νοοτροπίας που αντλεί νομιμοποίηση από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον αντιδικτατορικό αγώνα κ.ο.κ. Η μνήμη του παρελθόντος λειτούργησε επιτυχημένα ως συγκολλητική ουσία σε συνθήκες ευημερίας ή προσδοκίας κοινωνικής ανόδου. Κρίνοντας από τις προτεραιότητες και τα προβλήματα επιβίωσης που διακρίνουν πλέον τη δική μου γενιά, η ρητορική και η νοοτροπία μιας σειράς στελεχών της λεγόμενης γενιάς του Πολυτεχνείου, μοιάζει δυστυχώς εκτός εποχής.

Τέλος, η συγκρότηση ενός προοδευτικού, μεταρρυθμιστικού πόλου πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή της νέας γενιάς. Υπάρχει σήμερα στην κοινωνία ένα μεγάλο μέρος νέων ανθρώπων μορφωμένων, δημιουργικών, παραγωγικών, με διεθνείς προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Που απεχθάνεται τις καταστροφές και τη στείρα διαμαρτυρία, που πνίγεται στην ιδέα συμμετοχής στους αναχρονιστικούς κομματικούς σωλήνες, που αγωνιά βλέποντας το βιοτικό της επίπεδο να πέφτει απότομα με τα νέα δεδομένα της κρίσης. Μεγάλο τμήμα της απέχει από τις εκλογές, όχι επειδή δεν ενδιαφέρεται ή επειδή εμφορείται από αντισυστημισμό, αλλά επειδή δε μπορεί να εμπιστευτεί το παλαιό πολιτικό προσωπικό, ενώ οι ικανότεροι και πιο κινητικοί νέοι βλέπουν τη μετανάστευση ως μόνη διέξοδο. Κι όμως είναι οι νέοι που χρειάζεται να μείνουν, να παλέψουν και να διεκδικήσουν προκειμένου να αλλάξουν οι συνθήκες και οι κυρίαρχες αντιλήψεις.

Με αυτό το σκεπτικό, μια ομάδα νέων επιστημόνων δημιουργήσαμε μια νέα πολιτική κοινότητα με την ονομασία Μπροστά, που φιλοδοξεί να πάρει θέση στο δημόσιο λόγο, να εκφράσει τις αγωνίες της γενιάς μας, αλλά και λύσεις μέσα από την εμπειρία και την τεχνογνωσία που ο καθένας από εμάς έχει αποκτήσει. Την ημέρα ψήφισης της δανειακής σύμβασης υπογράψαμε ένα κείμενο όπου εν πολλοίς περιγράψαμε τους λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ και να παλέψει για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, του κράτους, του πολιτικού συστήματος, έχοντας συναίσθηση των δυσκολιών που το νέο μνημόνιο επιφυλλάσσει για τη γενιά μας.

Για όλους εσάς βέβαια που προέρχεστε από τα μεγάλα κόμματα, οι 500 υπογραφές που συγκεντρώσαμε φαίνονται λίγες. Σε εμάς όμως έδοσαν το κίνητρο για να μπούμε σε αυτή την ενδιαφέρουσα πολιτική περιπέτεια. Χωρίς να μπορούμε με βεβαιότητα να σας πούμε πού θα οδηγήσει και πώς θα εξελιχθεί, σας καλούμε να μας ακούσετε. Νομίζουμε ότι αξίζει τον κόπο.

H Λαμπρινή Ρόρη είναι υποψήφια διδ. πολιτικής επιστήμης.

Το κείμενο αυτό ήταν εισήγηση στην εκδήλωση για την Κεντροαριστερά που οργάνωσε η «Πολιτεία 2012» την Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Η ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς

Λαμπρινή ΡόρηΛαμπρινή Ρόρη

Η ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς είναι ένα θέμα πάντα επίκαιρο, ειδικά μεταξύ όσων αυτοαναγνωρίζονται ως κεντροαριστεροί. Στη Ελλάδα σήμερα υπάρχει, όμως, μια επιτακτική ανάγκη να ανοίξουμε το διάλογο πάνω στο θέμα αυτό. Καταρχήν γιατί μετά το ιδεολογικό και προγραμματικό εγχείρημα του εκσυγχρονισμού, η Κεντροαριστερά πορεύεται χωρίς σαφές πρόταγμα, για να μην πω χωρίς κανένα πρόταγμα, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που εκ των πραγμάτων έγινε προτεραιότητα η αποφυγή χρεοκοπίας της χώρας.

Εκ των υστέρων, δε, μπορούμε να πούμε ότι μέρος των δυνάμεων του κεντροαριστερού χώρου έμοιαζαν να μη θέλουν ή να μη μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος του προβλήματος για πολύ καιρό, ακόμη και όταν δηλαδή η γυμνή αλήθεια για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας έγινε γνωστή σε όλο τον πλανήτη. Σήμερα, δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συζήτηση μοιάζει αναπόφευκτη, καθώς η συγκυρία αναπροσαρμόζει σχεδόν με βίαιο τρόπο, τόσο τις ταυτότητες όσο και τις στρατηγικές όλων των χώρων του πολιτικού φάσματος.

Δύο είναι grosso modo οι προοπτικές που υπάρχουν. Η μία είναι να περιορίσουμε τη συζήτηση στο αν πρέπει να συνεργαστεί το ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ και με ποιούς όρους. Η δεύτερη είναι να ανοίξουμε τη συζήτηση δημιουργίας ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού πόλου, όπου το εκκρεμές δε θα σταθεί στη συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Θα θεωρήσει τη συμπόρευση αυτή δεδομένη για όσους θέλουν και μπορούν -η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας άλλωστε δεν αφήνει ιδιαίτερο χώρο διαφοροποίησης- και θα ανοίξει το θέμα συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα σε νέες πολιτικές πρωτοβουλίες να ακουστούν και να συζητήσουν ισότιμα.

Ελπίζοντας ότι δε θα σας απογοητεύσω, θα υποστηρίξω τη δεύτερη προοπτική ως τη μόνη που εγγυάται ότι η Κεντροαριστερά ως σύνολο σε λίγα χρόνια δε θα είναι μια συρρικνωμένη, γραφική δύναμη, που θα αγωνίζεται μεταξύ μιας λαϊκιστικής Αριστεράς της διαμαρτυρίας από τη μία, και μιας εθνικιστικής, συντηρητικής Δεξιάς από την άλλη. Ας είμαστε ρεαλιστές, το μπόλιασμα δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ με δυνάμεις της ευρωπαϊκής, ανανεωτικής αριστεράς ήταν ένα θέμα που επιτυχώς έφερε στην αντζέντα το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα το 1996. Και ανέδειξε νέες αντιλήψεις, κοινές προτεραιότητες και στελέχη, παρά το ότι αυτό δεν αποτυπώθηκε με κεντρική κυβερνητική συνεργασία. Τότε ήταν ένα θέμα επίκαιρο. Αν θέλουμε να πούμε ότι έχουμε καταλάβει σήμερα την πολυπλοκότητα του προβλήματος –εθνικού και ευρωπαϊκού – η συναντίληψη σε μια σειρά θεμάτων μεταξύ ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη και να αναζητηθούν νέοι σύμμαχοι. Δεν είναι πια αυτή η συζήτηση επίκαιρη, είναι αναχρονιστική και εν μέρει υποκριτική.

Αν η ευρωπαϊκή και η ελληνική κρίση μας έδοσε ένα μάθημα μέχρι στιγμής, αυτό είναι ότι οι λύσεις στο παγκόσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον δε δίνονται σε επίπεδο έθνους-κράτους και ότι η γνωστή στην Κεντροαριστερά συνταγή του κρατισμού δεν παρέχει πλέον βέβαιες λύσεις. Η σύγχρονη Κεντροαριστερά πρέπει να δείξει σοβαρότητα και ρεαλισμό στην κατανόηση των συνθηκών που δημιουργούν την ανάγκη για ένα νέο παγκόσμιο κοινωνικό συμβόλαιο.

Στο συμβόλαιο αυτό η συμβολή των φιλελεύθερων είναι ζωτικής σημασίας, όπως και για τους φιλελεύθερους αντίστοιχα είναι η συμβολή των σοσιαλδημοκρατών. Οι μεν φιλελεύθεροι διαθέτουν την εμπειρία σε θέματα αγορών, κίνησης κεφαλαίου, ανοίγματος της οικονομίας. Οι δε σοσιαλδημοκράτες μπορούν να εγγυηθούν την αναδιανομή του πλούτου κατά τρόπο που θα προστατεύει τους αδύναμους, τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους, τον περιορισμό των ανισοτήτων. Και οι δύο πλευρές έχουν, άλλωστε, κοινές ευαισθησίες και μέτωπα ενάντια στον εθνικισμό, στο ρατσισμό, στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το θρησκευτικό φανατισμό.

Η όσμωση αυτή δε θα γίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Κάθε πλευρά πρέπει να επιμείνει στα δυνατά της σημεία και να αναγνωρίσει στην άλλη πού διαθέτει υπεροχή. Μια τέτοια δημιουργική συμμαχία φυσικά δε μπορεί να πετύχει αν ο καθένας μπαίνει στην κουβέντα με γνώμονα «πόσες ψήφους διαθέτω», «ποιές ιστορικές ταυτότητες προασπίζομαι», «ποιές εκλογικές πελατείες θέλω να διατηρήσω». Γνώμονας πρέπει να είναι η συγκρότηση ενός πόλου που θα διεμβολίσει τη Δεξιά δεξιότερα και θα φέρει κοντά της ό,τι προοδευτικό μπορεί να στηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Σε ό,τι ειδικά αφορά την Κεντροαριστερά, είναι μάλλον η ώρα να δείξει έμπρακτα ότι δε μπορεί πια να διεξάγει δημόσιο διάλογο και προεκλογικές συμμαχίες με τους όρους μιας μετα-κομμουνιστικής αριστερής νοοτροπίας που αντλεί νομιμοποίηση από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον αντιδικτατορικό αγώνα κ.ο.κ. Η μνήμη του παρελθόντος λειτούργησε επιτυχημένα ως συγκολλητική ουσία σε συνθήκες ευημερίας ή προσδοκίας κοινωνικής ανόδου. Κρίνοντας από τις προτεραιότητες και τα προβλήματα επιβίωσης που διακρίνουν πλέον τη δική μου γενιά, η ρητορική και η νοοτροπία μιας σειράς στελεχών της λεγόμενης γενιάς του Πολυτεχνείου, μοιάζει δυστυχώς εκτός εποχής.

Τέλος, η συγκρότηση ενός προοδευτικού, μεταρρυθμιστικού πόλου πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή της νέας γενιάς. Υπάρχει σήμερα στην κοινωνία ένα μεγάλο μέρος νέων ανθρώπων μορφωμένων, δημιουργικών, παραγωγικών, με διεθνείς προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Που απεχθάνεται τις καταστροφές και τη στείρα διαμαρτυρία, που πνίγεται στην ιδέα συμμετοχής στους αναχρονιστικούς κομματικούς σωλήνες, που αγωνιά βλέποντας το βιοτικό της επίπεδο να πέφτει απότομα με τα νέα δεδομένα της κρίσης. Μεγάλο τμήμα της απέχει από τις εκλογές, όχι επειδή δεν ενδιαφέρεται ή επειδή εμφορείται από αντισυστημισμό, αλλά επειδή δε μπορεί να εμπιστευτεί το παλαιό πολιτικό προσωπικό, ενώ οι ικανότεροι και πιο κινητικοί νέοι βλέπουν τη μετανάστευση ως μόνη διέξοδο. Κι όμως είναι οι νέοι που χρειάζεται να μείνουν, να παλέψουν και να διεκδικήσουν προκειμένου να αλλάξουν οι συνθήκες και οι κυρίαρχες αντιλήψεις.

Με αυτό το σκεπτικό, μια ομάδα νέων επιστημόνων δημιουργήσαμε μια νέα πολιτική κοινότητα με την ονομασία Μπροστά, που φιλοδοξεί να πάρει θέση στο δημόσιο λόγο, να εκφράσει τις αγωνίες της γενιάς μας, αλλά και λύσεις μέσα από την εμπειρία και την τεχνογνωσία που ο καθένας από εμάς έχει αποκτήσει. Την ημέρα ψήφισης της δανειακής σύμβασης υπογράψαμε ένα κείμενο όπου εν πολλοίς περιγράψαμε τους λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ και να παλέψει για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, του κράτους, του πολιτικού συστήματος, έχοντας συναίσθηση των δυσκολιών που το νέο μνημόνιο επιφυλλάσσει για τη γενιά μας.

Για όλους εσάς βέβαια που προέρχεστε από τα μεγάλα κόμματα, οι 500 υπογραφές που συγκεντρώσαμε φαίνονται λίγες. Σε εμάς όμως έδοσαν το κίνητρο για να μπούμε σε αυτή την ενδιαφέρουσα πολιτική περιπέτεια. Χωρίς να μπορούμε με βεβαιότητα να σας πούμε πού θα οδηγήσει και πώς θα εξελιχθεί, σας καλούμε να μας ακούσετε. Νομίζουμε ότι αξίζει τον κόπο.

H Λαμπρινή Ρόρη είναι υποψήφια διδ. πολιτικής επιστήμης.

Το κείμενο αυτό ήταν εισήγηση στην εκδήλωση για την Κεντροαριστερά που οργάνωσε  η «Πολιτεία 2012» την Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

πηγή

Πεπατημένη

Ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες την τελευταία πενταετία, κατέγραφαν, όχι απλώς την απο-ευθυγράμμιση των πολιτών από τα κόμματα, αλλά και την «κρατική αποτυχία», την αποτυχία δηλαδή του πολιτικού συστήματος να εκφράσει και να διαχειριστεί την κοινωνική αλλαγή. Η σημερινή αποκαθήλωση προσώπων, δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι προϊόν χρονοβόρων κοινωνικών διεργασιών. Βέβαια, όσο η ιδιωτική κατανάλωση και η επιδότηση αποκαθιστούσε και παρέκαμπτε με το αζημίωτο τις κρατικές υπηρεσίες, η πλειοψηφία της κοινωνίας, του πολιτικού συστήματος, επιχειρηματικοί φορείς, συνδικάτα και κυρίως τα ΜΜΕ, έδιναν σποραδικές «μάχες» οπισθοφυλακής σε μια περίοδο που «λεφτά υπήρχαν» και το δημόσιο χρήμα κανιβαλιζόταν χωρίς αιδώ κατά τα μεταπολιτευτικά ειωθότα.
Ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες την τελευταία πενταετία, κατέγραφαν, όχι απλώς την απο-ευθυγράμμιση των πολιτών από τα κόμματα, αλλά και την «κρατική αποτυχία», την αποτυχία δηλαδή του πολιτικού συστήματος να εκφράσει και να διαχειριστεί την κοινωνική αλλαγή. Η σημερινή αποκαθήλωση προσώπων, δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι προϊόν χρονοβόρων κοινωνικών διεργασιών. Βέβαια, όσο η ιδιωτική κατανάλωση και η επιδότηση αποκαθιστούσε και παρέκαμπτε με το αζημίωτο τις κρατικές υπηρεσίες, η πλειοψηφία της κοινωνίας, του πολιτικού συστήματος, επιχειρηματικοί φορείς, συνδικάτα και κυρίως τα ΜΜΕ, έδιναν σποραδικές «μάχες» οπισθοφυλακής σε μια περίοδο που «λεφτά υπήρχαν» και το δημόσιο χρήμα κανιβαλιζόταν χωρίς αιδώ κατά τα μεταπολιτευτικά ειωθότα.

 
Ως αποτέλεσμα του ιδιότυπου αυτού «αναχωρητισμού», σχολεία και νοσοκομεία μπήκαν σε τροχιά υποβάθμισης και ακόμη μεγαλύτερης σπατάλης, προνοιακές υπηρεσίες άρχισαν να υποχρηματοδοτούνται, τα σώματα ασφαλείας, φυσικά, χαλάρωσαν, η Βουλή ανοιγόκλεινε κατά το δοκούν της πλειοψηφίας παραγράφοντας υποθέσεις διαφθοράς, μοιράστηκαν με οριζόντια κριτήρια μεγάλα πακέτα εγγυήσεων και επιδοτήσεων σε θνησιγενείς επιχειρήσεις και ο πολιτικός κυνισμός εκτοξεύτηκε μέσα από δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις από το παράθυρο κατά την προεκλογική περίοδο του 2009, την ώρα που ο τότε λαλίστατος Κ. Καραμανλής αποφάσισε να προειδοποιήσει τους πολίτες ότι η λιτότητα είναι μονόδρομος για τη χώρα.

 
Η μεταπολιτευτική πεπατημένη επαναλήφθηκε με την εντολή στο ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 2009 να κυβερνήσει με ευρεία πλειοψηφία, κυρίως ως απόρροια της απογοήτευσης από τη Ν.Δ. Όσοι θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ προτιμήθηκε επειδή προέταξε επεκτατικές πολιτικές απέναντι στη ρητορική λιτότητα της Ν.Δ., ας θυμηθούν μετά λύπης ότι κανένα κόμμα δεν εξέδωσε κυβερνητικό πρόγραμμα. Η συζήτηση έγινε για μια κρίση που τότε δεν μας αφορούσε. Και όλοι ήλπιζαν στην πεπατημένη. Ότι δηλαδή, κάποια λύση θα δοθεί. Κοινωνία, κόμματα και λοιποί εταίροι παρέμειναν απροετοίμαστοι για τα δύσκολα, έτοιμοι για τα εύκολα.

 
Η αλήθεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ αρχικά έκανε αποσπασματικές – αλλά φιλότιμες προσπάθειες σε κάποιους τομείς πολιτικής (πολιτισμός, δημοσια ασφάλεια, ασφαλιστικό, περιβάλλον, αυτοδιοίκηση, διαφάνεια), να διορθώσει τα κακώς κείμενα και να συγκρατήσει τη διάλυση. Φυσικά, η προσπάθεια πάντα υπονομεύεται εκ των έσω. Η δυναμική των μεταρρυθμίσεων ηττήθηκε το Σεπτέμβριο του 2010, με το σουρρεαλιστικό ανασχηματισμό εσωκομματικών ισορροπιών και τη στροφή εντός. Έκτοτε, συζητάμε ακόμη για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, την περιστολή των δημοσίων δαπανών, τις απολύσεις στο δημόσιο, τη συλλογή φόρων, γιατί δεν έρχεται ανάπτυξη… κ.λπ. Ο κακός μαθητής λογοδοτεί στην τιμωρό Τρόικα με υποσχέσεις, καθυστερεί τις αλλαγές, υπουργοί μετατρέπονται σε σχολιαστές και οσιομάρτυρες, η δημόσια διοίκηση -τέκνο της πελατειοκρατίας- αδυνατεί να ανταπεξέλθει και όλοι περιμένουν τα πάντα από μια κυβέρνηση, ενώ μειοψηφίες καταφεύγουν στο φθηνό ριζοσπαστισμό με την παρωχημένη Αριστερά να μας θυμίζει γιατί παραμένουμε μια χώρα με ύστερη πολιτική ανάπτυξη. Η κωλυσιεργία και η αναποφασιστικότητα στερούν από την κυβέρνηση κάθε κοινωνικό σύμμαχο. Η διέξοδος αναζητείται και τελικά κατοχυρώνεται στην πεπατημένη: φταίει το Μνημόνιο και οποιοσδήποτε άλλος εκτός από αυτούς που είχαν τη θεσμική αρμοδιότητα να προχωρήσουν τις αλλαγές.

 
Σήμερα, ενώ απειλούνται κατακτήσεις δεκαετιών και η έξοδος από την Ευρωζώνη συζητείται πλέον ανοιχτά, η πεπατημένη του αυτοαναφορικού λόγου, των καθυστερήσεων, της πολιτικής επιβίωσης με ξοφλημένες συμμαχίες και ο κούφιος μεταρρυθμισμός, «προκαλεί» τους εννιά στους δέκα πολίτες που πληρώνουν την έκτακτη εισφορά και απομόνωσαν στην πράξη το «δεν πληρώνω». Το αγαπημένο παιχνίδι των εκλογών μεταφράζεται σε οπορτουνίστικο αίτημα και το αφήγημα τις διετίας επιχειρείται να γραφτεί εκ νέου από τους πρωταγωνιστές του, εντός του αδύναμου ΠΑΣΟΚ.

 
Παρά τις λίγες εξαιρέσεις και τις ακόμη λιγότερες καλές προθέσεις, το πολιτικό σύστημα τιμά ευλαβικά το ρόλο του στην «κρατική αποτυχία» σαν την ορχήστρα που συνέχιζε να παίζει, καθώς το θρυλικό υπερπλοίο βυθιζόταν στην άβυσσο.

 
*To σχόλιο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Μεταρρύθμιση” (www.metarithmisi.gr)