Θα σώσει η Αυτοδιοίκηση τη χαμένη τιμή της πολιτικής; | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Ώρες ώρες είναι να απελπίζεσαι από το πόσο στον κόσμο της παραμένει η ελληνική πολιτική ζωή. Ακόμη και χωρίς μνημόνια, αλλά με διεθνή επιτροπεία, η δεκαετής σχεδόν κρίση δεν λέει να τελειώσει ως νοοτροπία και αντίληψη. Ο διχασμός παραμονεύει στη γωνία. Ο εμφυλιοπολεμικός λόγος αναζωπυρώνεται με την πρώτη ευκαιρία.

Τα καθημερινά δελτία Τύπου των δύο μεγάλων κομμάτων είναι γεμάτα εχθρικά επίθετα για τον πολιτικό αντίπαλο. Υπουργοί σχολιάζουν την αποτυχία τους μεταθέτοντας την ευθύνη στους πολίτες ή στους υφισταμένους τους. Ο πρωθυπουργός προσβάλλει Έλληνα πολίτη από το βήμα της Βουλής σε μια αποτυχημένη απόπειρα χιούμορ. Σκάνδαλα, ράσα και προεκλογικές παροχές είναι το τρίπτυχο μιας παρακμιακής καθήλωσης σε ένα μικρόκοσμο, που τροφοδοτείται από τις επιδιώξεις λίγων στις μερικές εκατοντάδες τετραγωνικά που ενώνουν τις πλατείες Συντάγματος και Κολωνακίου.

Φαίνεται ότι βγήκαμε από την κρίση χωρίς κάποια βασικά συμπεράσματα ή έστω κάποιου είδους επιθυμητή συμβατότητα με άλλες χώρες που τη γλίτωσαν. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συνανθρώπων μας θεωρεί ότι η πολιτική λειτουργεί ως ένα σύμπαν με δικούς του κανόνες και συνθήκες συναλλαγής, διαφθοράς και αλληλο-εξυπηρετήσεων.

Υπάρχει όμως και ο χώρος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εκεί τα πράγματα μάλλον είναι διαφορετικά. Ίσως γιατί εκεί σκάνε τα πρώτα κύματα της κοινωνικής ωρίμανσης ή οι κρίσεις της καθημερινότητας. Από το 2010, που λειτούργησε ο “Καλλικράτης” και παρά τα προβλήματά του, περιφέρειες και δήμοι υποκατέστησαν και συμπλήρωσαν πολλές από τις λειτουργίες του κεντρικού κράτους, ενώ δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί και υπηρεσίες για την προστασία των ασθενέστερων. Αν βέβαια το κράτος έλυνε τα χέρια της Αυτοδιοίκησης, θα λυνόντουσαν και περισσότερα προβλήματα. Και σίγουρα θα γλιτώναμε και ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και ταλαιπωρία, αν αποκεντρώναμε την πλειοψηφία των κρατικών υπηρεσιών και αφήναμε την κεντρική κυβέρνηση να σχεδιάζει και να αξιολογεί τις πολιτικές της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Η ιστορία όμως που έχει σημασία είναι ότι σήμερα η σημερινή κεντρική πολιτική απογοητεύει τους πολίτες. Οι προσδοκίες όμως δεν θα μείνουν ορφανές. Πολλές θα στραφούν προς την τοπική αυτοδιοίκηση. Έχουμε δει ότι ένας καλός δήμαρχος, που διαδέχεται έναν άλλο καλό δήμαρχο, μπορούν μαζί να κάνουν τη διαφορά και να αλλάξουν αντιλήψεις, να βάλουν τους πολίτες στο παιχνίδι, ώστε να προστατεύουν την πόλη τους από πισωγυρίσματα.

Δυστυχώς αυτή η ‘συνέχεια’ δεν συνέβη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Μια καλή θητεία διακοπτόταν από οπορτουνιστές ή όσους έψαχναν εφαλτήριο για την κεντρική πολιτική σκηνή. Όμως η παρακαταθήκη Καμίνη και Μπουτάρη, με όσα αρνητικά και αν τους προσάψει κανείς, είναι μια βάση για να χτίσει κανείς. Απέδειξαν ότι μπορεί μια δημοτική αρχή να εκφράζει έμπρακτα προοδευτικές αρχές και πολιτικές. Και ότι προφανώς είναι σημαντικό να αλλάζουν οι λάμπες και να μαζεύονται τα σκουπίδια στην ώρα τους, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να σέβεσαι το δημόσιο χρήμα, να μεριμνάς για όσους δεν έχουν ένα πιάτο φαγητό, να τα βάζεις με τους νεοναζί και να ανοίγεις τους πολιτισμικούς και οικονομικούς ορίζοντες της πόλης σου.

Κάθε δήμαρχος πρέπει να κρίνεται από τις συνθήκες που καλείται να διαχειριστεί. Τώρα πια στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, δήμαρχοι και περιφερειάρχες θα έχουν ακόμη πιο σημαντικό ρόλο. Ούτως ή άλλως, με τον “Κλεισθένη”, κανείς δεν θα περισσεύει την επόμενη μέρα. Ρεαλιστές και ιδεαλιστές θα πρέπει να συνεργαστούν για το καλό των πόλεων, αλλά και για τη χαμένη τιμή της πολιτικής, έτσι όπως την χρεοκοπούν καθημερινά οι σημερινοί κυβερνώντες.

Πρώτο Θέμα, 25.11.2018

Το “καθαρό μυαλό” του Α.Τσίπρα: Οι αυταπάτες συνεχίζονται | Άρθρο του Νίκου Κασκαβέλη

Όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, βλέπουμε να ξετυλίγεται το κυβερνητικό αφήγημα με το οποίο θα οδηγηθούμε σε αυτές.

Με την πίεση των δημοσκοπήσεων, αλλά και τη λαϊκή δυσαρέσκεια που αποτυπώνεται παντού -από αποτελέσματα εκλογών σε φορείς, έως τη δυσχέρεια ανεύρεσης υποψηφίων στις τοπικές εκλογές, αλλά και ανεύρεσης πρόθυμων υπερασπιστών της Κυβέρνησης σε παρέες κάθε είδους- να διαμορφώνουν ένα δυσμενές περιβάλλον, η Κυβέρνηση επιδιώκει να εμφανίσει τη δική της πραγματικότητα, προκειμένου να περιορίσει τις απώλειές της. Και η καθημερινότητα, δίνει πολλές αφορμές για να διαπιστώσουμε τη διπλή εκδοχή της πραγματικότητας. Από τη μια τα αμείλικτα γεγονότα και από την άλλη την επικοινωνιακή προπαγάνδα του Μαξίμου.

Μεγάλη αφορμή για συζήτηση παρείχε η πρόσκληση του κ. Τσίπρα στο Συνέδριο του ιστορικού μεν, παραπαίοντος δε, SPD στη Γερμανία. Πέρα από τη φιλολογική συζήτηση περί της σοσιαλδημοκρατικής στροφής ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ, η ομιλία του Πρωθυπουργού προκάλεσε μεγάλη συζήτηση. Κι ακόμα και στα σημεία που δέχθηκε χειροκροτήματα από εκείνους που τα κρίσιμα χρόνια 2010-2015 τον κοιτούσαν με έκπληξη, ενδεχομένως και εχθρότητα, για όσα υποστήριζε, οι αντιφάσεις και η έλλειψη λογικής και ιστορικής συνοχής ήταν κραυγαλέα.

Το αν ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπει προς τη σοσιαλδημοκρατία, ακόμα και αν έχει θεωρητικό ενδιαφέρον, αφού τον κόσμο αμφίβολο πόσο τον ενδιαφέρει, είναι ένα ζήτημα πραγματικό. Αφορά τις πολιτικές που εφαρμόζει. Τις συμμαχίες που συνάπτει. Τις μεθοδεύσεις που προκρίνει για τη διατήρηση της εξουσίας και τη σπίλωση των πολιτικών του αντιπάλων που κατ’ όνομα μόνο εγκαλεί για μη επίδειξη δήθεν συναίνεσης. Ποιος; Εκείνος που αρνήθηκε κάθε διάλογο και που δεν ψήφισε τίποτε όσο ήταν στην αντιπολίτευση, ακόμα και τους ευεργετικούς νόμους που αργότερα εφάρμοσε ως “ευαγγέλιο”. Τελικά, είναι και θέμα αισθητικής.

Ο συνεταίρος λοιπόν των ΑΝΕΛ και του κ. Καμμένου (τον οποίον προτίμησε κατ’ επανάληψη σε κάθε είδους διένεξη ή σε κάθε δίλημμα πχ για τη διακυβέρνηση), ο προσχωρήσας στο “δόγμα Πολάκη”, ο θεσμικά υπεύθυνος για όσα γίνονται στη Δικαιοσύνη και οι ίδιες οι Ενώσεις Δικαστών καταγγέλλουν, ποια σοσιαλδημοκρατία ορέγεται; Άλλωστε, πονηρά κινούμενος, ουδέποτε έχει ο ίδιος δηλώσει ευθαρσώς πως ανήκει ή επιθυμεί στο μέλλον να συμπράξει με τη συγκεκριμένη οικογένεια. “Ριζοσπαστική αριστερά” λέει ο τίτλος του κόμματος, άσχετα αν και αυτή η οικογένεια τον έχει επίσης με ένταση αποκηρύξει (πχ Μελανσόν, Podemos, αλλά και οι εγχώριοι πρώην σύντροφοί του). Το ρόλο της σταδιακής του, ρητορικής, “κανονικοποίησης” τον έχει αφήσει σε καλοθελητές αναλυτές, που σώνει και καλά, με το στανιό, θέλουν να τον επιβάλουν ως τέτοιον στην κοινή γνώμη. Μα, ας το πει πρώτα ο ίδιος. Ύστερα, κι αφού δούμε πράξεις, το ξανασυζητάμε.

Είπε όμως ο Πρωθυπουργός, μιλώντας για το πολύ ζοφερό εκείνο διάστημα του 2015, πως το “καθαρό του μυαλό” ήταν εκείνο που τον βοήθησε να πάρει τις σωστές αποφάσεις. Μάλιστα. Δηλαδή, έως εκείνο το σημείο του Ιουλίου, παραδέχεται πως δεν έπαιρνε σωστές αποφάσεις. Γιατί εκείνος τις πήρε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις. Αυτές πχ που οδήγησαν σε ένα διχαστικό και παράνομο δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου, σύμφωνο με τη δική του προτροπή και τον παθιασμένο αγώνα, ο ίδιος αγνόησε. Αυτές που οδήγησαν σε κλείσιμο και πλήρη απαξίωση των Τραπεζών, σε ανάγκη υπαγωγής σε 3ο Μνημόνιο και σε υπογραφή απίστευτων αποφάσεων που οι –δαιμονοποιημένοι από τον ίδιο- προηγούμενοι ούτε καν διανοούνταν  (Υπερταμείο 99 χρόνια κλπ, ΕΚΑΣ κλπ). Αυτές που χρέωσαν 100 ή περισσότερα δισ. στις επόμενες γενιές Ελλήνων και δέσμευσαν σε ασφυκτικές πολιτικές τις επόμενες Κυβερνήσεις έως το 2060.

Ξέχασε φαίνεται ο Πρωθυπουργός. Ιδίως, πως στο τραγικό αδιέξοδο οδήγησαν οι δικές του αποφάσεις. Οι ψευδαισθήσεις ή “αυταπάτες” του, όπως τις έλεγε. Γιατί δεν βρέθηκε στο οδυνηρό αυτό δίλημμα από “πράξη Θεού”. Ήταν η δική του πολιτική, όχι στιγμιαία όπως παρουσιάζουν, αλλά με διάρκεια 5 ετών, που νομοτελειακά οδήγησε στη στιγμή αυτή. Της βίαιης σύγκρουσης με την πραγματικότητα. Τα προηγούμενα χρόνια, στις αντίστοιχες επιλογές των προηγούμενων, που επίσης πιέζονταν, με δημόσια οικονομικά πολύ δυσχερέστερα, ο ίδιος επέλεγε την εύκολη ρητορική. Της καταγγελίας. Των εύκολων λύσεων και της ρήξης. Αφού όμως κατάφερε τον αληθινό του στόχο, την ανάληψη της εξουσίας, μετά ήρθε και η ώρα των αποφάσεων. Και εκεί κατάλαβε, με κόστος ολέθριο ήδη για τη χώρα, πως η επιλογή της καταστροφής δεν ήταν πραγματική.

Και τι έγινε όμως μετά τη στροφή στον ρεαλισμό δήθεν; Άρχισαν οι αποφάσεις με “καθαρό μυαλό”; Ας δούμε τι έχουμε, τρία και πλέον χρόνια μετά: Μια χώρα εκτός αγορών, δίχως χρηματοδοτική στήριξη από τους εταίρους. Μια χώρα αναιμικής ανάπτυξης, με “αιμορραγία” δυναμικών στρωμάτων διεθνώς. Μια οικονομία στραγγαλισμένη από την υπερφορολόγηση, δίχως επενδύσεις, χωρίς Τράπεζες στην ουσία και με ετοιμόρροπο ασφαλιστικό. Μια χώρα σε μια τόσο ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, με προκλήσεις στις σχέσεις με τους γείτονες και με τραγικές συνθήκες στα υψηλότερα κλιμάκια της ηγεσίας στα αντίστοιχα Υπουργεία (αποπομπή Κοτζιά, προσωπικά “παιχνίδια” Καμμένου στην εξωτερική πολιτική, αλλά και σχετικά με την κυβερνητική σταθερότητα). Και βέβαια μια χώρα με υπονομευμένους θεσμούς εσωτερικά, με την ασφάλεια του πολίτη σε καθημερινή δοκιμασία και τη γενικότερη ανομία και αίσθηση αυθαιρεσίας σε επίπεδα εκτός κανονικής ευρωπαϊκής χώρας.

Σε αυτό το περιβάλλον και αντί να είμαστε μάρτυρες πραγματικών πολιτικών ανασυγκρότησης της χώρας και της οικονομίας γινόμαστε ακόμα μια φορά μάρτυρες της Κυβερνητικής στρατηγικής. Επικοινωνία και Άγιος ο Θεός. Όλα για τη μακροημέρευση και για τους πηχυαίους τίτλους. Τίποτε για την ουσία. Βαφτίζουν το κρέας ψάρι παντού και προσπαθούν να πείσουν πως οι τίτλοι που σκαρφίζονται ισοδυναμούν με τις παλαιές πολιτικές που επί χρόνια υπόσχονταν. Τρανό παράδειγμα, το θέμα με την Εκκλησία, που θα το βρούμε ξανά μπροστά μας. Γενικά, υποσχέσεις παντού, επιδοματική λογική ομηρείας κοινωνικών ομάδων και καταγγελτικός λόγος εναντίον “φαντασμάτων”, επιπέδου άλλων δεκαετιών. Η εργαλειακή αντίληψη και χρήση θεσμών και μέσων βρίσκεται σε πλήρη αποθέωση και οδηγεί σε απαξίωση ακόμη και τα “άγια των αγίων” της Πολιτείας, όπως η Συνταγματική αναθεώρηση.

Η χώρα βρέθηκε και στο παρελθόν σε παρόμοιες καταστάσεις. Την περίοδο πχ 2007-2009 κι ενώ διεθνώς υπήρχε χαλασμός, εδώ η τότε Κυβέρνηση, για να σώσει την επιρροή της, εξακόντισε τις δαπάνες και οδήγησε σε αδιέξοδο. Κι έστω πως τότε, παρά τα καμπανάκια, δεν είχαμε την εμπειρία. Προερχόμασταν άλλωστε από πολυετή ευημερία και ανάπτυξη. Πιστεύαμε πως έτσι θα είναι πάντα. Τώρα; Μετά από 9 χρόνια σε βαθιά κρίση, δεν αποκτήσαμε εμπειρία; Τόσα και τόσα υπέστησαν οι πολίτες και εν τέλει τα δημόσια οικονομικά, παρά τις αλχημείες, έχουν καλύτερη εικόνα; Θα κάνουμε τα ίδια;

Το δίλημμα είναι σαφές. Είτε θα ασχοληθούμε σοβαρά με την ανασυγκρότηση οικονομίας και κοινωνίας και θα πάμε δυναμικά μπροστά, είτε θα δώσουμε μία και θα γκρεμίσουμε και όσα απέμειναν. Οι Κυβερνητικού χειρισμοί εσχάτως και όσο βαίνουμε προς εκλογές, δείχνουν διάθεση επανάληψης των χειρότερων πρακτικών μας. Είμαστε μάρτυρες της νέας υπονόμευσης της χώρας. Η βόμβα πυροδοτείται και πάλι. Και οι διεθνείς ενδείξεις, ξανά δυσοίωνες. Πολλοί μιλούν για νέα διεθνή κρίση σύντομα. Θα μας βρει έτοιμους ή ένα βήμα από την ολοσχερή κατάρρευση; Και αυτή τη φορά δεν χωρεί συγχώρεση. Θα έπρεπε να έχουμε μάθει. Και αν όχι το πολιτικό σύστημα, ίσως η κοινωνία. Σύντομα, θα έχει την ευκαιρία να το δείξει.

πηγή

Οι κοινωνικές ανισότητες και η τύχη της Κεντροαριστεράς | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η ανισότητα ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση. Όπως αναφέρει και ο Johan Norberg στο βιβλίο “Πρόοδος – 10 Λόγοι για να ανυπομονούμε για το μέλλον”, από το 1 έως το 1820 μ.Χ., το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 50%. Τα ποσοστά ακραίας φτώχειας σε χώρες όπως η Γαλλία, Βρετανία, ΗΠΑ άγγιζαν το 40-50% του πληθυσμού, ενώ στη Σκανδιναβία και στη Γερμανία, το 60-70%. Με άλλα λόγια, το να είσαι άστεγος, επαίτης και στο κατώφλι του άλλου κόσμου γύρω στα 40, ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση.

Όλα αυτά άλλαξαν με την βιομηχανική επανάσταση. Η καινοτομία του αυτοματισμού επέτρεψε στην παραγωγή να εκτιναχθεί και στο κεφάλαιο να αρχίσει να συσσωρεύεται. Το εργατικό κίνημα δημιουργείται δίπλα σε θεσμούς όπως η Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης και η Ασφάλεια Ζωής.
Ο Μαρξ είναι ο πρώτος που αντιλαμβάνεται την κοινωνική σύγκρουση που επωάζει η ανισότητα των βιομηχάνων με τους εργάτες, του κέρδους δηλαδή με το μισθό. Όμως είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας (SPD) που καλούνται να αποφασίσουν στο δίλημμα “επανάσταση ή μεταρρύθμιση”. Αποφασίζουν το δεύτερο.

Έτσι, η πίεση που ασκεί το εργατικό κίνημα στους εργοδότες πετυχαίνει κάτι μοναδικό: την ‘κοινωνικοποίηση” του καπιταλισμού. Το πρώτο εθνικό σύστημα υγείας εμφανίζεται στη Γερμανία το 1883, η πρώτη εθνική σύνταξη στην ίδια χώρα το 1889 και στη Γαλλία το 1910, η καθολική κοινωνική ασφάλιση στη Σουηδία το 1913, το πρώτο οικογενειακό επίδομα στη Νορβηγία το 1948.

Οι περισσότερες από αυτές τις μεταρρυθμίσεις προωθούνται από συντηρητικά κόμματα στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας και την βιομηχανική παραγωγή. Αντιλαμβάνονται ότι η προστασία του εργαζόμενου, η αναγνώριση δικαιωμάτων, η δημοκρατική αντιπροσώπευση και ο εξανθρωπισμός του καπιταλισμού είναι το διαβατήριο για την κοινωνική συμβίωση.

Τα 40 περίπου χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εργατικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κυριαρχούν. Και χρησιμοποιούν τέσσερα βασικά εργαλεία για να καταπολεμήσουν την ανισότητα και την εξαθλίωση: προοδευτική φορολόγηση με επιδόματα, επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης, κεντρικός σχεδιασμός και κρατικοποιήσεις, συλλογικές διαπραγματεύσεις και αύξηση της επιρροής των συνδικάτων στον καθορισμό των μισθών. Όταν όμως οι οικονομίες ανοίγουν, το διεθνές εμπόριο διευρύνεται, οι τράπεζες αναδιανέμουν τον πλούτο μέσα από τα στεγαστικά δάνεια και το κεφάλαιο ταξιδεύει από χώρα σε χώρα, οι παραδοσιακές βιομηχανίες καταρρέουν και τα παραπάνω εργαλεία σκουριάζουν.

Σα να μη φτάνουν αυτά, έρχεται και η αυτοματοποίηση, η εκθετική καινοτομία και η ρομποτική να απειλήσει εκατοντάδες επαγγέλματα. Άλλα θα καταργηθούν, άλλα θα αλλάξουν. Οι χαμένοι πια της παγκοσμιοποίησης δεν είναι μόνο οι βιομηχανικοί εργάτες, αλλά και οι μισθωτοί, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες, οι συνταξιούχοι, οι προσοντούχοι νέοι.

Οι ανισότητες σήμερα και διευρύνονται και πολλαπλασιάζονται σε κάθε τομέα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ιδιαίτερα στο Βόρειο Ημισφαίριο που γερνά και φοβάται όλο και περισσότερο τους “ξένους”. Η νέα εποχή αντανακλάται ήδη στην εργασία: μικροδουλειές, εργαζόμενοι φτωχοί, έμφαση σε δεξιότητες, το τέλος της καριέρας.

Ελλάδα και Ευρώπη βρίσκονται μπροστά σε μεγάλα προβλήματα, παρά τον επιφανειακό εφησυχασμό. Η ανισότητα δεν τιθασσεύεται μόνο με εθνικά μέσα. Αντί να μιλάνε διαρκώς για το “ελάχιστο”, οι προοδευτικοί πρέπει να βγουν μπροστά και να μιλήσουν για τα συστατικά μιας δίκαιης και ευημερούσας ευρωπαϊκής κοινωνίας που θα ζει περισσότερο και καλύτερα. Ειδικά στην Ελλάδα, η τύχη της Κεντροαριστεράς είναι συνδεδεμένη με τη μεταμνημονιακή μας πορεία.

*Δημοσιεύτηκε στο Πρώτο Θέμα το Σάββατο 27.10.2018

Η Μαύρη Διεθνής της Ακροδεξιάς | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Στην εποχή του Διαδικτύου είμαστε ακόρεστοι καταναλωτές ειδήσεων και πληροφοριών. Αφιερώνουμε σε αυτές περίπου 7,5 ώρες την ημέρα, σύμφωνα με τους ειδικούς. Κάποιες από αυτές περιέχουν δόσεις παραπληροφόρησης ή είναι εντελώς ψευδείς. Στη σύγχρονη δημοσιογραφική και πολιτική αργκό, οι ψευδείς ειδήσεις και η «μετα-αλήθεια» μπαίνουν συχνά στην ίδια πρόταση με την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, την άνοδο της Ακροδεξιάς στη Γαλλία και στη Γερμανία κ.λπ. Πολιτικές, δημοσιογραφικές, ακόμη και οικονομικές καριέρες, όπως είδαμε πρόσφατα με τη φούσκα της Folli Follie, χτίζονται πάνω στο ψέμα, στη διαστρέβλωση, στην παραποίηση της αλήθειας.

Η χώρα μας, για παράδειγμα, συνέχισε να υπογράφει μνημόνια, καθώς την απόκρυψη των στατιστικών στοιχείων για το έλλειμμα το 2009 διαδέχθηκαν τα Ζάππεια και το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Αν το καλοσκεφτούμε ψύχραιμα, οι στιγμές που κράτησαν την Ελλάδα σχετικά όρθια την τελευταία οκταετία ήταν μάλλον εκλάμψεις συνειδητοποίησης μέσα σε ένα περιβάλλον παραλογισμού, υπερβολών και ψεύδους.

Ωστόσο, η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα δεν είναι νέα φαινόμενα. Ισα-ίσα που μια «μετα-αλήθεια» που αντέχει στον χρόνο μπορεί να γίνει θρησκεία, δόγμα ή ουτοπία. Οπως είχε πει κάποτε ο μετρ της χιτλερικής προπαγάνδας, ο Γκέμπελς, «το ψέμα που λέγεται μια φορά παραμένει ψέμα, ενώ το ψέμα που λέγεται χιλιάδες φορές γίνεται αλήθεια». Οι μεγάλες ουτοπίες του κομμουνισμού και του ναζισμού δεν θα είχαν καμία τύχη αν δεν κινητοποιούσαν εκατομμύρια πιστούς μελλοθάνατους με μηχανισμούς ακραίας προπαγάνδας. Ακόμη και ο φιλελευθερισμός, όπως έχει γράψει κατά καιρούς ο φιλόσοφος Τζον Γκρέι, στηρίζεται στην ουτοπία του Διαφωτισμού και στην ψευδαίσθηση ότι η Ιστορία είναι γραμμική και το ανθρώπινο είδος θα εξελίσσεται όσο κατακτά τη γνώση.

Από μια ανθρωπολογική οπτική, φαίνεται ότι το ανθρώπινο είδος προτιμά την εξουσία από την αλήθεια. «Οι άνθρωποι ζούσαν πάντα μέσα στη μετα-αλήθεια. Η εξουσία μας εξαρτάται από τη δυνατότητά μας να δημιουργούμε και να πιστεύουμε μύθους», έγραψε σε ένα πρόσφατο άρθρο του ο Γιούβαλ Χαράρι, συγγραφέας του δημοφιλούς βιβλίου «Homo Sapiens».

Γιατί τα γράφουμε όλα αυτά; Γιατί βρισκόμαστε ήδη σε μια προεκλογική περίοδο που μας προϊδεάζει για τις ακρότητες που θα ακούσουμε τους επόμενους μήνες. Το ίδιο θα συμβεί και στις ευρωεκλογές, όπου η Μαύρη Διεθνής της Ακροδεξιάς ετοιμάζει τη μεγάλη αντεπίθεση, χωρίς κανέναν οίκτο για την αλήθεια, τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Δυστυχώς, το ευρωπαϊκό κατεστημένο και η συστημική διανόηση θεωρούν ότι η ταμπέλα της μετα-αλήθειας και του λαϊκισμού που προσδίδουν στον αντίπαλο αρκεί για να κρατούν το σκήπτρο του ορθού λόγου για να κερδίσουν τον πόλεμο.

Ωστόσο χρειάζονται μεγαλύτερη προσπάθεια, αυτογνωσία και κινητοποίηση από τις προοδευτικές πολιτικές ηγεσίες, τα κόμματα και, κυρίως, τα ΜΜΕ αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε κοινωνίες που σέβονται ελευθερίες και δικαιώματα. Δεν είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε μάχες μέσα στο ψέμα. Η σωστή αναλογία, εξάλλου, αλήθειας και μυθολογίας είναι ικανή να κινητοποιήσει εκατομμύρια ανθρώπους για καλό σκοπό. Η Ευρώπη το έχει ανάγκη για να βγει από την επικίνδυνη οικονομική ορθοδοξία που την οδηγεί στα βράχια.

πηγή

Ήρωες με φόρμες | Άρθρο της Παυλίνας Σπανδώνη

Κυριολεκτικώς, τα ζώα δεν γιορτάζουν ποτέ, ούτε την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων. Αλλά και να γιόρταζαν, θα αργούσε πολύ να έρθει αυτή η μέρα.

Άγρια, αδέσποτα, κατοικίδια ή παραγωγής, τα περισσότερα ζώα ζουν μέσα σε συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές για τις οποίες τα προορίζει η φύση τους: σε κινδύνους και αγριότητα που έχουν σαν αφετηρία την ανθρώπινη δράση. Λίγα τυχερά από αυτά διατηρούν, προσωρινά, το δικαίωμα να ζήσουν πλήρεις ζωές στους βιότοπους που γεννήθηκαν. Οι ιστορίες είναι καθημερινές και χιλιάδες: τα σκοτώνουμε για να διασκεδάσουμε, καταστρέφουμε τα καταφύγιά τους για να φτιάξουμε οικόπεδα ή φοινικέλαιο -χωρίς το οποίο ξαφνικά δεν ζούμε – τα βασανίζουμε, τα αρπάζουμε και τα κακοποιούμε.

Παρόμοια εικόνα επικρατεί στις πόλεις. Εδώ τα ελάχιστα τυχερά είναι εκείνα που αντάλλαξαν τη ζωή στο δρόμο με έναν καναπέ, σταθερό φαγητό, ανθρώπινη παρέα και περίθαλψη. Για τα αδέσποτα, η πόλη παραμένει ανελέητη κρατώντας τις ίδιες αναλογίες με εκείνες των ανθρώπων. “Κάποιοι πεινάνε και κάποιοι όχι” όπως απλά μου είπε κάποτε μια ηλικιωμένη πλανόδια πωλήτρια.

Άλλα πόσοι βλέπουν αυτή τη διαφορά και πόσους αφορά;

Μάλλον λίγοι. Για αυτό τη σημερινή ημέρα γιορτάζω εκείνους που αντιστέκονται στην πράξη. Που δείχνουν ζωντανά ότι υπάρχει και άλλος τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης ανθρώπων και ζώων.

Στην κυρίαρχη κουλτούρα, είναι σχεδόν ηρωισμός να παίρνεις το μέρος του “αναλώσιμου”. Να ακούς κριτική από τους καναπεδάτους και να μην τους απαντάς για να μην βλάψουν τα ζώα όταν εσύ φύγεις, να βγαίνεις με χιόνι για τάισμα για να μην πεθάνουν –γιατί ξέρεις ότι εκείνα σε περιμένουν, να ανοίγεις το σπίτι σου και τη ζωή σου για να χωρέσει μια ψυχή ακόμα. Να υποκαθιστάς το κράτος το οποίο έχει πλήρη ευθύνη για την ευζωία τους. “Ευζωία”, τι απίθανη λέξη!

Ο Όσκαρ, πριν αρρωστήσει, ζούσε σε κάποιο σπίτι. Η Δανάη τον βρήκε πεταμένο στον δημοτικό σκουπιδοντενεκέ. Ήταν ζωντανός αλλά μετρούσε ώρες. Το ένα αυτί του το είχαν ήδη φάει τα ποντίκια. Τον μάζεψε, τον πήγε στη γιατρό. Τα έξοδά του τα κάλυψε ο Βασίλης. Έβαλαν αγγελία υιοθεσίας: 3 κιλά ενήλικο σκυλί, υποσιτισμένο, με μισή ξερή προβιά – μισό τρίχωμα, φαλακρά σημεία και φοβικό. Ένα χάλι. Είδα την αγγελία και τον πρότεινα στον Μιχάλη. Περίμενα ότι δεν θα του αρέσει, ότι θα θέλει ένα πιο όμορφο. Ο Μιχάλης ταράχτηκε από την ιστορία του και τον έκανε αμέσως οικογένειά του. Σήμερα, 4 αγκαλιές και έναν χρόνο μετά τον σκουπιδοντενεκέ, ο Όσκαρ κοιμάται στην αγκαλιά του και είναι ένας κούκλος 14 κιλών.

Κάπως έτσι, απλά, μεγαλώνει η αλυσίδα των ανθρώπων που αντιστέκονται. Με μικρές πράξεις σταθερής καλοσύνης. Δεν φοράνε όλοι οι ήρωες μπέρτα. Συνήθως φοράνε φόρμες, ρούχα γραφείου ή παράταιρες κλαρωτές φούστες και, όχι, δεν έχουν λύσει όλα τα άλλα τους προβλήματα.

Αλλά ο κύριος λόγος που δεν φοράνε «μπέρτα», είναι γιατί δεν νιώθουν ήρωες. Ίσως φανεί περίεργο αλλά οι περισσότεροι δεν νιώθουν καν υποχρεωμένοι να το κάνουν. Δεν είναι κάποιο βασανιστικό “καθήκον” που τους οδηγεί. Γιατί έχουν περάσει πλέον στη χαρά να προσφέρεις κάπου από όπου ξέρεις ότι δεν θα σου επιστραφεί ποτέ κανένα αντάλλαγμα σε χρήμα, φήμη ή ψήφο. Αυτός ο απελευθερωτικός τόπος είναι και ο μόνος πιθανός τόπος γιορτής, κάθε μέρα του χρόνου.

πηγή

Τα παιδιά στο “Περίπτερο 12” της Δ.Ε.Θ. | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Όσοι πάνε στη Θεσσαλονίκη, αξίζει να επισκεφτούν δύο περίπτερα της φετινής Δ.Ε.Θ.. Το ένα φιλοξενεί μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ και δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα. Το άλλο σφύζει από τον δημιουργικό παλμό 100 περίπου νεοφυών επιχειρήσεων και πρωτοβουλιών, που παρέχουν υπηρεσίες με αιχμή την τεχνολογία.

Ανάμεσα στους λοκατζήδες του Πάνου Καμμένου, τα κρατικά περίπτερα, τα χοτ ντογκ και τους ντόπιους εμπόρους, τα δυο περίπτερα ξεχωρίζουν και αισθητικά, αλλά και ως ένα πολιτικό παράδοξο: συμβαίνουν επί των ημερών μιας κυβέρνησης που εξελέγη με το ανεκδιήγητο ‘πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης’, διαπαιδαγωγήθηκε με τον αντιαμερικανισμό και βασίζει την πολιτικη της επιβίωση στην πολιτική οικονομία της φτωχοποίησης, μέσω της υπερφορολόγησης και της αποθάρρυνσης κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αλλά όποιος ψάχνει για συνέπεια λόγων και έργων σε αυτόν τον κυβερνητικο συνασπισμό, έπαιξε και έχασε.

Κάπως έτσι, σκέφτηκαν ότι πρέπει να δείξουν ότι χτίζουν γέφυρες με την επιχειρηματική κοινότητα και τους startuppers, αυτούς δηλαδή που οι καλοπληρωμένοι κομματικοί τους υπάλληλοι και δημοσιογράφοι στολίζουν κατά καιρούς ως κληρονόμους, ελίτ, εκμεταλλευτές κ.α. Στην δήθεν Αριστερά της σαμπάνιας, των εφοπλιστών και των εκατομμυριούχων συνδικαλιστών, δύσκολα χωρά ο νους ότι πέντε πιτσιρικάδες θα βάλουν από ένα χιλιάρικο για να υλοποιήσουν μια ιδέα, που μπορεί να τους φέρει χρήματα, αλλά θα τους μάθει όσα δεν τους μαθαίνει το σχολείο και η οικογένεια: πίστη, όραμα, συνεργασία, θαρρος στην αποτυχία και στην επιτυχία.

Στο καλά οργανωμένο περίπτερο λοιπόν που φιλοξενεί τις νεοφυείς επιχειρήσεις, θα συναντήσει κανείς εκατοντάδες νέους, που αρνούνται να εγκαταλείψουν το καράβι “Ελλάδα”. Λογισμικά που προλαμβάνουν ασθένειες, φορητά data centers που ‘χωράνε’ σε ένα κουτί τα δεδομένα ενός υπουργείου, ρομπότ και τρισδιάστατοι εκτυπωτές που εξοικειώνουν μαθητές στην 4η βιομηχανική επανάσταση, θήκες κινητών και αξεσουάρ από φύκια, σένσορες για σύγχρονους αγρότες, προμηθευτές κρασιών χωρίς μεσάζοντες, προσωποποιημένη φροντιδα για ηλικιωμένους, παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας, συστήματα για συνεργασία τουριστικών πρακτόρων και εκατοντάδες άλλες προσπάθειες, που μπορουν να αλλάξουν τον προσανατολισμό και του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Άλλοι με δικά τους χρήματα, άλλοι με στήριξη από γονείς και φίλους, άλλοι από προγράμματα του πανεπιστημίου και με τη βοήθεια θερμοκοιτίδων ή (σπανιότερα) ειδικών τραπεζικών προγραμμάτων, δείχνουν το μέλλον με ταπεινότητα, εργατικότητα και αυτοπεποίθηση απέναντι στο ελληνικό κράτος που δαπανά μόνο το 0.8% (έναντι του ευρωπαϊκού 2%) σε έρευνα και ανάπτυξη, αρνείται να διαθέσει δημόσια δεδομένα, είναι ουραγός στους δείκτες ψηφιακής οικονομίας και πρωταθλητής στο διοικητικό χάος. Σηκώνουν το ανάστημά τους απέναντι και στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες που κλείνουν ή χάνουν πελάτες, επειδή αρνούνται να καινοτομήσουν και να εισαγάγουν πληροφοριακά συστήματα στη λειτουργία τους. Στέλνουν ένα μήνυμα στις “στεγνές” πια τράπεζες, που είχαν για χρόνια τα αυτιά τους κλειστά σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Και σηκώνουν το χέρι στο απέναντι περίπτερο, στους “μεγάλους” από τις Η.Π.Α. και την Ελλάδα και τους ζητούν συνεργασία για να μεγαλώσουν, να αναπτυχθούν, να βγουν από τα σύνορα.

Παρά τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού λίγες ώρες αργότερα, είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι από τους νέους στο “Περίπτερο 12” δεν περιμένουν σχεδόν τίποτε από το κράτος. Ίσα ίσα που θέλουν την ησυχία τους. Δεν έχουν άδικο, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα κλειδιά για το μέλλον δεν τα κρατά μόνο ο Τσίπρας ή ο Μητσοτάκης, αλλά οι ίδιοι. Και όσοι σκέφτονται και πρωτοπορούν, όπως αυτοί. Τα παιδιά στο “Περίπτερο 12” μας μαθαίνουν ότι η καινοτομία απελευθερώνει όταν παράγει κέρδος αλλά κυρίως, ενσωματώνει δημόσια αξία. Στο χέρι τους είναι να πολιορκήσουν την πολιτική και να της αλλάξουν πορεία.

“Δημοσιεύτηκε στο Πρώτο Θέμα στις 16.09.2018”

Ανάκαμψη ή αργός θάνατος; Η επόμενη μέρα στην Ελλάδα – Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Αυτός ο Σεπτέμβριος θα βρει την Ελλάδα να βγαίνει από τη δεκαετή της μνημονιακή δυστοπία. Οι συνθήκες με τις οποίες όμως πραγματοποιείται αυτή η ‘έξοδος’, η μνημονιακή “κληρονομιά” και οι προκλήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί τις επόμενες δεκαετίες, δεν αφήνουν περιθώρια ούτε για εφησυχασμό ούτε για πανηγυρικές τελετές. Η άλλοτε κακοφωνία των Βρυξελλών και του Βερολίνου, αποφασισμένη να βαφτίσει την ελληνική περίπτωση “success story” με το ζόρι, εγκωμιάζει την πρόοδο της Ελλάδας, δεσμεύοντάς την ταυτόχρονα με ένα μη βιώσιμο χρέος και αδιανόητα, για δυτική χώρα πρωτογενή πλεονάσματα, για τα επόμενα χρόνια.

Ταυτόχρονα, ο Σεπτέμβριος και η ερχόμενη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης εγκαινιάζει μια μακρά προεκλογική περίοδο, αρκετά πυκνή και έντονη, εισάγοντας την πολιτική αντιπαράθεση σε συνθήκες μεγαλύτερης πόλωσης.

Δυστυχώς για την ελληνική οικονομία και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, η λιτότητα εξακολουθεί να υπαγορεύει ευρωπαϊκές πολιτικές και τις ελληνικές δεσμεύσεις απέναντι στους δανειστές της. Το υπέρογκο δημόσιο χρέος που αγγίζει το 178% του ΑΕΠ υπαγορεύει με τη σειρά του την ενισχυμένη εποπτεία των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022 και την ειδική εποπτεία μέχρι το 2032, όταν θα επανεκτιμηθεί η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Με τους υπάρχοντες πολιτικούς συσχετισμούς ισχύος των πλεονασματικών χωρών στην Ευρωζώνη, η φιλοσοφία του Eurogroup συνοψίζεται στο “επεκτείνω και υποκρίνομαι ότι όλα θα πάνε καλά”, με πολιτικές που δίνουν έμφαση στην προσφορά, στα χαμηλά κόστη εργασίας, στον αποπληθωρισμό, στις ιδιωτικοποιήσεις, στις περικοπές σε συντάξεις και κοινωνικές υπηρεσίες και φυσικά έναν συρρικνωμένο και αδύναμο τραπεζικό τομέα, ανίκανο να στηρίξει τους φιλόδοξους αναπτυξιακούς στόχους που πρέπει να ικανοποιήσει το ελληνικό κράτος για να αποπληρώνει τα χρέη του, αλλά και να επανέλθει η χώρα σε τροχιά κοινωνικής και οικονομικής ανάκαμψης. Οι “ευκολίες” στους όρους αποπληρωμής του χρέους έρχονται ως αποτέλεσμα πολιτικών υπολογισμών στην ευρωζώνη, για να καλοπιάσουν τις συντηρητικές ή ακροδεξιές φωνές στις πλεονασματικές χώρες που απαιτούν λιγότερη ή καθόλου βοήθεια προς τους Έλληνες.

Με τα πρωτογενή πλεονάσματα να βασίζονται στην αποστράγγιση των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης, περισσότερες περικοπές σε συντάξεις και αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς ανταποδοτικότητα σε δημόσιες υπηρεσίες ποιότητας, είναι αμφίβολη η αναπτυξιακή άνοιξη που οραματίζονται κάποιοι. Δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικό δημογραφικό πρόβλημα και σημαντικές διαγενεακές ανισορροπίες ανάμεσα σε εργαζομένους και συνταξιούχους, η αγορά εργασίας πληθωρίζεται από εργαζομένους των 300 ευρώ και στρατιά part-timers, μισό εκατομμύριο Έλληνες έχουν φύγει για το εξωτερικό, η φτώχεια και η ανεργία παραμένουν σε υψηλά ποσοστά και η εξαγωγική απόδοση της οικονομίας παραμένει – πλην τουρισμού – σε στασιμότητα, οι παλιές νοοτροπίες και πολιτικές συνταγές θα πέσουν στο κενό. Χρειάζονται υπερβάσεις, συνεργασίες και μαζική κινητοποίηση πόρων, ανθρώπων, κομμάτων και κοινωνικών ομάδων για να μπορέσουμε να αποφύγουμε τον “αργό θάνατο” του φαύλου κύκλου της λιτότητας και του κοινωνικο-πολιτικού ρίσκου που αυτή διαρκώς παράγει.

Μετά από μια δεκαετία σκληρής λιτότητας, η βιώσιμη επαναφορά της Ελλάδας χρειάζεται μια πολιτική οικονομία εθνικού προσανατολισμού, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της μεσαίας τάξης και σε μια καλύτερη ισορροπία πολιτικών προσφοράς και ζήτησης. Χωρίς καλύτερους μισθούς, δουλειές, βιώσιμα ασφαλιστικά ταμεία και κοινωνικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια τουριστική μονοκαλλιέργεια, που θα διώχνει δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις που δεν εναρμονίζονται με την εποχικότητα και το ευμετάβλητο του τουριστικού προϊόντος.

Χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα θα επιτρέψουν στη μελλοντική κυβέρνηση να κατευθύνει πόρους σε παραγωγικές επενδύσεις και καλύτερες κοινωνικές υπηρεσίες, μεγαλύτερη φορολογική ύλη και περισσότερα κίνητρα στα ξένα κεφάλαια να επενδύσουν στην Ελλάδα, πέρα από τα “ώριμα φρούτα” του real estate και του τουρισμού. Η ανακατεύθυνση δημοσίων πόρων και ο συνδυασμός τους με σύγχρονα και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ΣΔΙΤ, ταμεία συμμετοχών) σε επενδύσεις στην υγεία, στην εκπαίδευση, στον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης, στην καθαρή ενέργεια, στην αυτοματοποίηση και στη λειτουργική καινοτομία, θα θωρακίσει την ελληνική οικονομία από μελλοντικές κρίσεις, χτίζοντας ανθεκτικούς και ωφέλιμους κοινωνικά θεσμούς. Και όλα αυτά, με μια γενναία αποκέντρωση πόρων και υπηρεσιών στους δήμους και στις Περιφέρειες, κρατώντας για την κεντρική διοίκηση τη δυνατότητα να σχεδιάζει, να ελέγχει και να αξιολογεί τις πολιτικές της.

Πολλά από τα παραπάνω θα εξαρτηθούν και από τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Νότια Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Όμως η χώρα μας χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, τους δικούς της εθνικούς στόχους, το δικό της δρόμο μέσα σε μια Ευρώπη που διαιρείται από το ευρώ, τα σύνορα και τον αυταρχισμό. Η δική μας απάντηση στο “τι μέλλει γενέσθαι” τώρα που πέφτει η μνημονιακή αυλαία, θα καθορίσει εν πολλοίς τη δυνατότητά μας να αντέξουμε σε ένα δύσκολο διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, το οποίο κρύβει μεγάλους κινδύνους αλλά και μεγάλες ευκαιρίες για τους “μικρούς της παγκοσμιοποίησης” που μπορούν να επωφεληθούν από τις δυνατότητες της νέας οικονομίας και να τρέξουν γρήγορα προς το μέλλον.

Παναγιώτης Βλάχος
Γραμματέας Νέας, Νεανικής και Καινοτόμου Επιχειρηματικότητας “Κινήματος Αλλαγής”

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έκδοση του Ομίλου Καρεκλίδη και του Επιμελητηρίου Μαγνησίας για την 83η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης

Πολιτική για τον τουρισμό; Στον αυτόματο πιλότο | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Πάνω από 40 εκατομμύρια τουρίστες χάρηκαν ή χαίρονται φέτος το ελληνικό καλοκαίρι. Περίπου 9 στους 10 έρχονται από το εξωτερικό. Που σημαίνει ότι ο εσωτερικός τουρισμός, που ήταν ο κανόνας, έχει μειωθεί εντυπωσιακά μέσα στην τελευταία πενταετία. Σύμφωνα με περσινά στοιχεία του ΣΕΤΕ, ο κλάδος συνεισφέρει πάνω από 25% του ΑΕΠ άμεσα και έμμεσα, με το 87,1% των εσόδων να παραμένει στην ελληνική οικονομία. Έχει υπολογιστεί ότι για κάθε ευρώ που ξοδεύεται στον τουρισμό, το ΑΕΠ μεγαλώνει 2,65 ευρώ. Με άλλα λόγια, αντί να μετασχηματιστεί διαρθρωτικά η οικονομία, μετασχηματίστηκε ο τουρισμός.

Όμως εκτός από τις γενικότερες συνθήκες ασφάλειας σε μια χώρα και στην ευρύτερη περιοχή της, μια πετυχημένη τουριστική σεζόν και κατ’ επέκταση μια πετυχημένη πολιτική για τον τουρισμό εξαρτάται και από πολλούς άλλους παράγοντες. Αγγίζει σχεδόν κάθε τομέα δημόσιας πολιτικής: από τις χρήσεις γης, τις μεταφορές, το εθνικό σύστημα υγείας και την προστασία του περιβάλλοντος, μέχρι την αστυνόμευση, την ασφάλεια των τροφίμων, την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τη φορολόγηση. Άλλωστε γύρω από μια ισορροπημένη και βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, που δεν εκμεταλλεύεται ασύδοτα το περιβάλλον και τους ανθρώπους, μπορούν σήμερα να δημιουργηθούν αλυσίδες αξίας, νέες επιχειρήσεις, πολιτισμός, νέα επαγγέλματα και νέος πλούτος, που μπορεί να χρηματοδοτεί καλύτερες υποδομές, δημόσιες και ιδιωτικές.

Αυτά βέβαια είναι υψηλή θεωρία, όταν καίγονται σχεδόν 100 κάτοικοι και λουόμενοι σε προαστιακό θέρετρο, νησιά βυθίζονται στο σκοτάδι και απελπισμένοι τουρίστες ψάχνουν διέξοδο στο ακινητοποιημένο μετρό, η περιοχή γύρω από την Ακρόπολη ελέγχεται από εγκληματικές συμμορίες και η έξοδος από τον Ηλεκτρικό στον Πειραιά βρίσκει τον πολίτη αντιμέτωπο με ένα αδιανόητο χάος. Για να μην αναφερθούμε στην υπεραλίευση που έχει εξαφανίσει τα ψάρια σε νησιά των Κυκλάδων, τους κορεσμένους ή ανύπαρκτους βιολογικούς καθαρισμούς σε πολυδιαφημισμένες περιοχές, την ανεξέλεγκτη μαζικοποίηση του Airbnb, τις παράνομες χωματερές, την εγκατάλειψη ιστορικών κτιρίων, αρχαιολογικών και αρχιτεκτονικών μνημείων. Και όλα αυτά, με ένα κλείσιμο του ματιού της κυβέρνησης στη μαύρη οικονομία, αφού οι ελεγκτές θα κάνουν όσες εφόδους χρειάζεται για να πιάσουν τους εισπρακτικούς στόχους και οι επιχειρηματίες θα βρουν τον τρόπο να μην κόβουν αποδείξεις.

Άραγε, πόσο μακριά μπορούμε να πάμε έτσι; Ακόμη και αν στη σημερινή κυβέρνηση φταίει η κλιματική αλλαγή για όλα τα δεινά και της “κάθονται στραβές” στη βάρδιά της, δεν είναι ποτέ αργά να αρχίσει να σκέφτεται την Ελλάδα σε δυο, πέντε, 10 χρόνια και όχι σε έναν ή δύο μήνες. Η πολιτική – ή καλύτερα οι πολιτικές για τον τουρισμό – είναι πολύ σημαντική υπόθεση για να αφήνονται στην τύχη, στον αυτόματο πιλότο ή μόνο στην αγορά. Αφορούν και αυτούς που έρχονται, αλλά και όλους εμάς που μένουμε σε αυτόν τον τόπο.

Δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα στις 02.09.2018

Η πλάνη των “καλών πρακτικών” | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Είναι της μόδας να αναζητά κανείς παραδείγματα χωρών, που κατάφεραν και βγήκαν από κρίσεις, χωρίς τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες που ζει η Ελλάδα. Μελέτες, έρευνες, εκδηλώσεις, όλες σε αφθονία πέριξ του κέντρου της Αθήνας, θέλουν να συγκρίνουν την Ελλάδα με την Πορτογαλία, την Κύπρο, την Εσθονία, τη Φινλανδία και μας προτρέπουν να πράξουμε αναλογως: να ενισχύσουμε τις εξαγωγές μας, να γίνουμε πρωταθλητές στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση, να αυξήσουμε την ανταγωνιστικότητά μας, να αποκτήσουμε ένα ανοιχτό και συμμετοχικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Με ένα τόσο μεγάλο όγκο πληροφορίας και ένα σταθερό κοινό ‘μεταρρυθμιστών’ και δημοσιολογούντων, που ενίοτε συζητά με τους τροϊκανούς και συμμερίζεται αρκετές από τις θέσεις τους, είναι να απορεί κανείς γιατί οι εξαγωγές μας δεν επεκτείνονται, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση προστίθεται στην αυξανόμενη γραφειοκρατία και τα σχολεία μας ψάχνουν για πετρέλαιο και χορηγούμενα σχολικά γεύματα μέσα στο καταχείμωνο. Γιατί, με άλλα λόγια η πολιτική αποτυγχάνει να ενσωματώσει όλους αυτούς τους “οδηγούς”, προκειμένου να μας οδηγήσουν στην ανάπτυξη;

Προφανώς είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε τι γίνεται στον κόσμο, να συμμετέχουμε στις διεθνείς εξελίξεις, να παράγουμε σκέψη και προβληματισμό. Αρκεί βέβαια να λαμβάνουμε υπόψη τις αναλογίες ανάμεσα στις χώρες. Αν η ιστορία είναι το hardware και η κουλτούρα ενός λαού το λειτουργικό σύστημα, τότε οι θεσμοί και οι μεταρρυθμίσεις τους είναι το software. Τελικός κριτής είναι ο χρήστης, δηλαδη ο πολίτης, φορολογούμενος και ψηφοφόρος.

Μελέτες ετών έχουν δείξει ότι η κουλτούρα των Ελλήνων (όπως και άλλων λαών) χαρακτηρίζεται από αποφυγή του ρίσκου, εμπιστοσύνη σε παραδοσιακές αξίες και προσωπικά δίκτυα, βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό, ολιστικό τρόπο ανάλυσης, προτίμηση σε κάθετες ιεραρχίες. Πόσα κοινά έχουν άραγε με την Ελλάδα χώρες όπου οι κυβερνήσεις συνεργασίας και η κοινωνική συναίνεση είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση; Χώρες που στηρίχθηκαν σε “εύκολες” πηγές πλούτου ή ήταν εξαρτημένες από τη γεωπολιτική ισχύ των γειτόνων τους; Ή άλλες, όπου η λιτότητα είναι τρόπος ζωής και όχι θεραπεία-σοκ;

Άρα το εμφανές, δεν είναι πάντα το σωστό. Η κουλτούρα κάθε λαού, το πως οργανώνεται και επιδιώκει συλλογικούς στόχους είναι βασικό στοιχείο, που πρέπει να γνωρίζουν όσοι “πουλάνε” τεχνογνωσία, αυτοί που την αγοράζουν, αλλά κυρίως, όσοι θέλουν να συμμετέχουν ενεργά στα κοινά. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες διαφόρων ειδικών, που εργάστηκαν για μνημονιακές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα και συνάντησαν ισχυρά εμπόδια στην κουλτούρα των δημοσίων υπαλλήλων, στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, στην απουσία πολιτικού παραδείγματος, στην επινοητικότητα που δειχνουμε καθημερινά ως λαός για να υπερβούμε λογικούς και παράλογους κανόνες. Στο τέλος, αρκετοί από αυτούς παρέδωσαν μελέτες και προτάσεις νόμων, γνωρίζοντας ότι δεν θα εφαρμοστούν, ακόμη και αν ψηφίστηκαν.

Καλό είναι λοιπον να κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά στις “καλές πρακτικές”. Ακόμη όμως καλύτερο είναι να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, ώστε η πορεία μας προς την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη να βασίζεται σε θεσμούς, που μας αφορούν όλους.

*Δημοσιεύτηκε στο Πρώτο Θέμα στις 22.07.2018

Η χάρτινη αναγέννηση | Παναγιώτης Βλάχος στο “Πρώτο Θέμα”

“Η Ελλάδα αναγεννάται και βγαίνει στις αγορές”, “η ανάπτυξη έρχεται”, “η Αθήνα είναι το νέο Βερολίνο”, “το πρόγραμμα πέτυχε”. Ένα κύμα θετικών δηλώσεων και εκδηλώσεων συμπάθειας από το εξωτερικό έρχονται σε αντίθεση με τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα και το στενό δημοσιονομικό κορσέ που θα χρηματοδοτήσει άλλη μια γενιά Ελλήνων. Αλλά ακόμη και αρκετοί που δεν ασπάζονται την αισιοδοξία της κυβέρνησης και της ηγεσίας της ευρωζώνης, διαβλέπουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλό δρόμο, αφού υπάρχει μεταρρυθμιστικό κεκτημένο πάνω στο οποίο η οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια.

Έχει βάση η εθνική και ευρωπαϊκή αισιοδοξία; Υπάρχουν τέσσερα σοβαρά ζητήματα που την αμφισβητούν. Πρώτον, ότι η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων θα στεγνώνει την αγορά από το τουριστικό συνάλλαγμα ή τον επιμέρους πλούτο που θα παράγεται. Δεύτερον, ότι παρά την εσωτερική υποτίμηση, το μερίδιο των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών (πλην τουρισμού) δεν έχει αυξηθεί σημαντικά, ώστε να πατάμε γερά στα πόδια μας στον διεθνή ανταγωνισμό. Τρίτον, ότι το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη, δημόσιες επενδύσεις δεν γίνονται, οι ντόπιες επενδύσεις είναι σε αναμονή και οι εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης ακόμη αναπτύσσονται. Τέταρτον, η δημογραφική γήρανση σε συνδυασμό με την υπερ-ευέλικτη αγορά εργασίας και το μεγάλο ποσοστό φτώχειας, δε μπορεί να χρηματοδοτεί συντάξεις αξιοπρέπειας και βιώσιμες κοινωνικές υπηρεσίες.

Υπάρχει όμως και ένα πιο σημαντικό ζήτημα. Αφορά στην έλλειψη ενός φιλόδοξου εθνικού στόχου, μιας “αποστολής” για το μέλλον. Έχουμε σκεφτεί που θέλουμε να πάμε; Ποιες οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις θα προσδιορίζουν τη συνύπαρξή μας; Πως θα αντέξουμε σε μια μελλοντική κρίση; Ποιες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες θα πάρουν τα ηνία της “αναγέννησης”;

Οι χώρες μπορούν να κινητοποιούν δυνάμεις όταν βάζουν φιλόδοξους εθνικούς στόχους, αναφέρει η Μαριάνα Ματσουκάτο, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και ιθύνων νους του επόμενου προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Έρευνα και την Ανάπτυξη. Άλλες θέλουν να γίνουν πρωταθλήτριες στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση, άλλες στην πράσινη ανάπτυξη και την απεξάρτηση από το πετρέλαιο, άλλες σημείο αναφοράς για τα πανεπιστήμιά τους. Η πορεια προς έναν εθνικό στόχο παράγει καινοτομία, γνώση, θεσμούς, συνεργασίες σε όλα τα επίπεδα. Οι κοινωνίες ωριμάζουν έτσι μαζί με τους πολιτικούς της. Το κράτος εκσυγχρονίζεται, η οικονομία ενεργοποιείται, οι ορίζοντες ανοίγουν, η κοινωνία εισπράττει τα οφέλη.

Σήμερα, τα μνημόνια και το πρόγραμμα έχουν ‘στεγνώσει’ την εγχώρια πολιτική από την απαραίτητη θεσμική φαντασία και πρωτοβουλία, που χρειάζονται οι χώρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Αντί η πολιτική να παραδίδει τη χώρα στον αυτόματο πιλότο του εξωτικού τουριστικού προορισμού, χρειάζεται να συνδέσει την καινοτομία με πραγματικά κοινωνικά προβλήματα: μέχρι το 2030 να μην υπάρχει κανένας φτωχός. Να σώσουμε τις θάλασσές μας από την υπεραλίευση και τα πλαστικά. Να έχουν όλοι πρόσβαση σε φθηνή και καθαρή ενέργεια. Το 30% της επιφάνειας κάθε πόλης να είναι χώρος πράσινου και αναψυχής. Na να γίνουμε η πρώτη χώρα στον πλανήτη στον ήπιο περιβαλλοντικά τουρισμό. Αν δεν βάλουμε τη δική μας υπογραφή στο μέλλον, η ανάπτυξη θα παραμένει “χάρτινη” και ξένη.

Δημοσιεύτηκε στο “Πρώτο Θέμα” στις 08/07/2018