Η αποχώρηση του Ποταμιού υπονομεύει τον προοδευτικό χώρο | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

H απόφαση του Ποταμιού να αποχωρήσει απο το Κίνημα Αλλαγής έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για το πολιτικό σύστημα, την οικονομία και την γεωπολιτική κατάσταση στη “γειτονιά” μας. Είναι μια απόφαση που υπαγορεύεται περισσότερο από διαφωνίες σε επίπεδο κορυφής, παρά για πολιτικές συγκρούσεις ουσίας. Δύσκολα μπορεί να θεωρήσει κανείς αξιόπιστο λόγο αποχώρησης το γεγονός ότι η ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής δεν υποστήριξε τη συμφωνία για το Σκοπιανό ή ζήτησε πρόωρες εκλογές.

Είναι μια επιλογή που υπονομεύει την κοινή προοπτικη της δημοκρατικής παράταξης να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μεταμνημονιακό σκηνικό, σε μια περίοδο που η πολιτική σταθερότητα ενδέχεται να δοκιμαστεί από αλλεπάλληλες εκλογές, την επικίνδυνη άνοδο της Ακροδεξιάς εντός και εκτός εθνικών συνόρων, αλλά και ενδεχόμενες αποφάσεις για εθνικά ζητήματα. Ιδιαίτερα όταν η κληρονομιά των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ένα άδικο και εξωπραγματικό οικονομικό πρόγραμμα, βασισμένο στην αφαίμαξη των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης και της διαρκούς υποτίμησης της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης και του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων.

Ένα αδύναμο Κίνημα Αλλαγής προσφέρει καλές υπηρεσίες στο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ανερυθρίαστα καπηλεύεται το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, απλά και μόνο επειδή εφαρμόζει ό,τι εξασφαλίζει στη γερμανοκίνητη ευρωζώνη ηρεμία και σταθερότητα. Τη στιγμή που η μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων ψηφοφόρων προέρχεται από τον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς, το Κίνημα Αλλαγής καλείται να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά τους, χωρίς να φορέσει το κοστούμι του ‘ΣΥΡΙΖΑ Νο2”, αλλά και αυτό του πρόθυμου συνεργάτη της Νέας Δημοκρατίας σε ένα μελλοντικό κυβερνητικό αδιέξοδο.

Το Ποτάμι χάνει μια μεγάλη ευκαιρία, την τελευταία του ίσως, να μπολιάσει την κεντροαριστερά με τις εκσυγχρονιστικές του απόψεις και να αναδείξει μια νέα γενιά στελεχών, που θα πρωταγωνιστήσουν τα επόμενα χρόνια. Η επιλογή του Σταύρου Θεοδωράκη θα προστεθεί σε μια σειρά προβληματικών επιλογών που κοιτάζουν προς το εσωτερικό του κόμματος, παρά στο πολυπόθητο κοινωνικό και πολιτικό άνοιγμα. Εξού και είναι δικαιολογήμενη η επιλογή όσων στελεχών του Ποταμιού διαφωνήσαμε με την επιλογή του “διαζυγίου” με το Κίνημα Αλλαγής, να συνεχίσουμε την προσπάθεια με πιστη, επιμονή και συνεργασία με τις πολλές και διαφορετικές προοδευτικές φωνές, αντλώντας δύναμη από την εντολή των 212.000 συνιδρυτών τον περασμένο Νοέμβριο. Να προχωρήσουμε δηλαδή μπροστά, σφυρηλατώντας καθημερινά την ενότητα και διατηρώντας τον πολυπόθητο πλουραλισμό του Κινήματος Αλλαγής, χωρίς όμως να θυσιάζουμε για χάρη του (πλουραλισμού) την ανάγκη για ενιαία στρατηγική, αιχμηρές θέσεις και κοινό πολιτικό λόγο.

πηγή

Αποψη: Εθνικό Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης

ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΡΦΑΝΟΣ*, ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΙΟΣΟΠΟΥΛΟΣ*

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας (E.A.) παραμένει μια μεγάλη πρόκληση. Σχετίζεται με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την απομάκρυνση της ενεργειακής φτώχειας, την απεξάρτηση από το πετρέλαιο θέρμανσης και τη μείωση των ενεργειακών λογαριασμών τόσο στη βιομηχανία και στις επιχειρήσεις όσο και στα νοικοκυριά. Αναμφισβήτητα, θα συμβάλει επίσης στην αντιμετώπιση του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής ως αποτέλεσμα της μείωσης των εκπομπών άνθρακα που θα απορρέουν από την εξοικονόμηση ενέργειας.

Παρά το υψηλό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας και βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας, υπάρχουν αρκετά εμπόδια που έχουν οδηγήσει σε χαμηλή διείσδυση των επενδύσεων της Ε.Α. στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στον βιομηχανικό και επιχειρηματικό τομέα. Μερικά από τα σοβαρότερα είναι τα ακόλουθα:

  • Το αρχικό κόστος, η πρόσβαση σε στοχευμένη χρηματοδότηση και η έλλειψη εξειδικευμένων ιδιωτικών κεφαλαίων.
  • Ελλειψη επαρκούς εμπειρίας και θεσμοθετημένης τυποποίησης στην πιστοποίηση τεχνικοοικονομικών μελετών ενεργειακής απόδοσης, καθώς και στις μεθοδολογίες μέτρησης και επαλήθευσης της ενεργειακής εξοικονόμησης.
  • Δεν υπάρχουν δευτερογενείς αγορές για την αύξηση της ρευστότητας των επενδύσεων λόγω της δυσμενούς κατάστασης των ελληνικών τραπεζών.
  • Το κατακερματισμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτιριακού δυναμικού (π.χ. πολυκατοικίες) και η έλλειψη νομικών και κανονιστικών κινήτρων για την κινητοποίηση δράσεων.

Γενικά, οι εγχώριοι χρηματοδότες θεωρούν τα έργα ενεργειακής απόδοσης πιο ριψοκίνδυνα, με υψηλό κόστος συναλλαγών και εξοικονομήσεις που είναι μάλλον δύσκολο να προβλεφθούν με ακρίβεια, κυρίως λόγω του παράγοντα της μη προβλέψιμης και εύκολα διαχειρίσιμης συμπεριφοράς του ενεργειακού καταναλωτή.

Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κρίση, που προφανώς επηρέασε τις δυνατότητες χρηματοδότησης των επενδύσεων στον τομέα αυτό από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, υπάρχει ένα χρηματοοικονομικό κενό και επενδυτικό έλλειμμα, το οποίο η αγορά δεν είναι σε θέση να καλύψει. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το ετήσιο έλλειμμα χρηματοδότησης για επενδύσεις E.Α. μόνο σε κτίρια ανέρχεται σε περισσότερα από 300 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Είναι προφανές ότι το συνολικό χρηματοοικονομικό κενό είναι μεγαλύτερο λόγω των δυνατοτήτων που υπάρχουν στους άλλους τομείς (όπως η ψύξη-θέρμανση, οι υποδομές, οι μεταφορές, η γεωργία, η βιομηχανία κ.λπ.). Επομένως, στο πλαίσιο και του εθνικού νομοθετικού πλαισίου (βλ. άρθρο 21 του Ν. 4422/2015), ο κρίσιμος ρόλος ενός Εθνικού Ταμείου Ενεργειακής Απόδοσης (ΕΤΕΑ) είναι προφανής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αποδεδειγμένη σχετική έλλειψη χρηματοδότησης σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Χρηματοδότηση, στόχοι και τεχνική βοήθεια

Οσον αφορά τη χρηματοδότηση του ταμείου, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο σχετικό εθνικό νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 4422/2015 καθώς και άλλων), οι βασικοί πόροι αρχικά θα προέρχονται από τη συλλογή και διαχείριση δημόσιων κεφαλαίων, από δημόσια έσοδα προερχόμενα από τη συλλογή περιβαλλοντικών προστίμων (όπως κάνει το Πράσινο Ταμείο) αλλά και τις τυχόν οικονομικές συμβολές από τις ενεργειακές επιχειρήσεις (Αρθρο 9 του Ν. 4342/2015). Γενικά, το ΕΤΕΑ θα μπορούσε επίσης να έχει πρόσβαση σε ένα ευρύτερο φάσμα χρηματοδοτικών πόρων που θα προέρχονται και από ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα, αλλά και διεθνείς τράπεζες επενδύσεων και ανάπτυξης.

Κατά τον σχεδιασμό της δομής, της διοίκησης και της λειτουργίας του ταμείου, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και η ποικιλία των χρηματοδοτικών και επενδυτικών στόχων, π.χ. τόσο για τον δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα, τα νοικοκυριά, τις υποδομές, τη βιομηχανία, καθώς και τις επενδύσεις με κοινωνικό αντίκτυπο, όπως η μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί το ζήτημα της τεχνικής βοήθειας, δεδομένου ότι το ταμείο θα μπορεί να λειτουργήσει ως κέντρο αριστείας και να προσφέρει ειδική συμβουλευτική υποστήριξη, κατάρτιση σε επαγγελματίες, και αξιολόγηση σχετικών σχεδίων με σκοπό την ανάπτυξη ενός χαρτοφυλακίου ώριμων έργων σε διαφόρους τομείς της οικονομίας.

Δομή και σχεδιασμός

Βάσει αξιολόγησης ενός συνόλου ποιοτικών κριτηρίων, η άποψή μας είναι ότι η συνιστώμενη επιλογή για το ΕΤΕΑ θα ήταν ένα «Εθνικό Ταμείο Συμμετοχών και Κεφαλαίων (Public Fund of Funds)» που θα λειτουργούσε ως ένας δημόσιος ανεξάρτητος οργανισμός διαχείρισης ενός ή περισσότερων επενδυτικών και χρηματοδοτικών υποταμείων και προγραμμάτων.

Ο οργανισμός αυτός θα απαιτούσε τη δημιουργία μιας ξεχωριστής νομικής οντότητας μόνιμης φύσης (για να διαρκέσει πέραν των περιόδων προγραμματισμού του ΕΣΠΑ), που θα ιδρυθεί και ρυθμιστεί μέσω Προεδρικού Διατάγματος, θα διαχειρίζεται ανεξάρτητα τους πόρους και τα έσοδά του και θα συνεργάζεται με ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα και αναπτυξιακές τράπεζες και ταμεία.

Η συνιστώμενη δομή του ΕΤΕΑ θα έχει το ακόλουθο τριπλό επίπεδο εποπτείας και ελέγχου των επενδύσεων:

  1. Το συμβούλιο επενδυτών, που θα καθορίζει τις στρατηγικές προτεραιότητες και θα επιβλέπει τις εκταμιεύσεις του ταμείου.
  2. Την επιτροπή αξιολόγησης, η οποία θα αποφασίζει για την επιλογή των σχεδίων και των προγραμμάτων και θα παρακολουθεί την εκτέλεση του επενδυτικού και χρηματοδοτικού προγράμματος.
  3. Τον ανεξάρτητο διαχειριστή κεφαλαίων (Fund Manager), με ενσωματωμένη μονάδα τεχνικής βοήθειας, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, αφενός για την αρχική αξιολόγηση και το φιλτράρισμα των δυνητικών επενδύσιμων δράσεων, και αφετέρου για τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών.

Η διαχείριση και η επιχειρησιακή διάρθρωση του ETEA θα μπορούσαν να εφαρμοστούν με τέτοιον τρόπο ώστε να αναπτυχθεί σταδιακά με ευελιξία. Η συμμετοχή και ο ρόλος ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων θα είναι κρίσιμος προκειμένου το ταμείο να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των διεθνών προτύπων για τα επενδυτικά ταμεία.

Θεωρούμε ότι είναι επιτακτικό να προχωρήσει η δημιουργία του ΕΤΕΑ μόλις αυτό είναι χρονικά εφικτό. Δεδομένου όμως του ελλείμματος χρηματοδότησης στην Ελλάδα, πρέπει να αναληφθεί και βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική δράση για την υλοποίηση υφιστάμενων προγραμμάτων και για τον σχεδιασμό νέων πρωτοβουλιών που αξιοποιούν τις διαθέσιμες δυνατότητες συγχρηματοδότησης από το ΕΣΠΑ, την ΕΤΕπ και άλλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Μια άμεση αποτελεσματική δράση θα περιελάμβανε και την ενεργοποίηση του Πράσινου Ταμείου, το οποίο θα μπορούσε μεταβατικά (βλ. άρθρο 21 του Ν. 4422/2015) να αναλάβει τη διαχείριση σχετικών οικονομικών πόρων και τη χρηματοδότηση μέτρων Ε.Α. έως ότου δημιουργηθεί το ΕΤΕΑ. Οσον αφορά τη μετάβαση στο νέο ταμείο, είναι προφανές ότι το ΕΤΕΑ θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη και να ενσωματώσει όλα τα δημόσια προγράμματα στήριξης που βρίσκονται σε εξέλιξη και στοχεύουν στην ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένων και όσων πρόσφατα επανεκκινήθηκαν όπως το «Εξοικονομώ Κατ’ Οίκον ΙΙ». Εν ολίγοις, το ΕΤΕΑ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο νέος διαχειριστικός δημόσιος φορέας οποιουδήποτε προγράμματος σε εξέλιξη που υποστηρίζεται από το ΕΣΠΑ, από το κράτος ή από τράπεζες επενδύσεων και ανάπτυξης (όπως η ΕΤΕπ, η ΕBRD κ.τ.λ.).

* Ο κ. Iωάννης Ορφανός είναι εμπορικός και οικονομικός σύμβουλος του βρετανικού υπουργείου Ενέργειας και Βιομηχανίας και διευθύνων εταίρος της Green Value Associates με έδρα το Λονδίνο. Είναι επίσης εμπειρογνώμονας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Energy Efficiency Financial Institutions Group.

** Ο δρ Κώστας Ανδριοσόπουλος είναι καθηγητής, διευθυντής στο Ερευνητικό Κέντρο Ενεργειακής Διοίκησης στο ESCP Europe Business School του Λονδίνου, όπου και κατέχει την έδρα καθηγητή Χρηματοοικονομικών και Ενεργειακής Οικονομίας, καθώς επίσης και πρόεδρος της Ελληνικής Δεξαμενής Σκέψης για την Ενεργειακή Οικονομία (Hellenic Association for Energy Economics, HAEE).

Το τέλος του σουρεαλισμού | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Την ώρα που γράφονται αυτές οι σκέψεις, στην επικαιρότητα κυριαρχεί η συμφωνία για το Σκοπιανό και οι αντιδράσεις που έχει προκαλέσει στην αντιπολίτευση και την ευρύτερη κοινωνία. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η κυβέρνηση μεθόδευσε τις εξελίξεις, ώστε το διάγγελμα του Πρωθυπουργού να συμπέσει με την ψηφοφορία στη Βουλή για το “μνημόνιο χωρίς λεφτά” ή αλλιώς το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα μέχρι το 2022.

Με στόχο υπερπλεονάσματα που θα ζήλευε και η Ρουμανία του Τσαουσέσκου και αντί για την έξοδο στις αγορές, κυβέρνηση και δανειστές δεσμεύουν την ελληνική οικονομία σε έναν κορσέ “στασιμοανάπτυξης”, που θα τον χρηματοδοτούν οι συντάξεις και τα περιουσιακά υπόλοιπα της μεσαίας τάξης και όχι οι εξαγωγές, η καινοτομία, οι καλοί μισθοί ή οι επενδύσεις.

Όσοι παρακολουθούν τη διεθνή κατάσταση στην περιοχή των Βαλκανίων, την επιθετικότητα της Τουρκίας και τη συσσώρευση δύναμης από τη Ρωσία, αντιλαμβάνονται ότι η πάλαι ποτέ “πυριτιδαποθήκη” της Ευρώπης, έχει μετατραπεί σε τερέν ενός αγώνα ισχύος μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Γι’ αυτό και η επίλυση του σκοπιανού ζητήματος είναι μέρος της ευρύτερης ατζέντας των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στο δυτικό άξονα.

Επί της αρχής, κάθε ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να προσπαθεί να λύσει το ζήτημα με διορατικότητα, αλλά και σεβασμό στις ανησυχίες της πλειοψηφίας των Ελλήνων. Με πνεύμα συνεργασίας και καλών προθέσεων με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Ιδιαίτερα όταν απέναντί της είχε – στην αρχή τουλάχιστον –  έναν αρχηγό της ΝΔ που έχει δημοσίως εκφράσει τις θετικές του προθέσεις για επίλυση και μια Κεντροαριστερά που έχει πετύχει μεγάλες διπλωματικές νίκες στην Ευρώπη για τα εθνικά συμφέροντα και βρίσκεται στη μεριά της λύσης, όχι του προβλήματος.

Υπάρχει όμως ένα βασικό πρόβλημα. Αυτή η κυβέρνηση δεν έχει δώσει κανένα δείγμα γραφής εθνικής και κοινωνικής ενότητας. Αντίθετα, έχει πολλάκις μεταφράσει εθνικά και εγχώρια θεσμικά θέματα, από τη συνταγματική αναθεώρηση και το Προσφυγικό μέχρι τον εκλογικό νόμο και τη φορολογία, σε εσωτερικό παιχνίδι ισχύος, ενώ έχει προσπαθήσει να καθίσει στο σκαμνί τους πολιτικούς της αντιπάλους, αφήνοντας τους πολιτικούς της φίλους στο απυρόβλητο. Εσχάτως έχει βάλει στο μάτι το Κίνημα Αλλαγής, με στόχο να ενισχύσει τις διαφορετικές φωνές που υπάρχουν εντός του, ώστε να καταστήσει το ΣΥΡΙΖΑ τον ισχυρό φορέα της κεντροαριστεράς. Ακόμη δε χειρότερα, ο Πρωθυπουργός προσφέρει μια άνευ προηγουμένου πολιτική ασυλία στους Ανεξάρτητους Έλληνες, που δίνουν το δικαίωμα στον υπουργό Πάνο Καμμένο να κρύβεται σε κρίσιμες ψηφοφορίες και να υπερθεματίζει σε πατριδοκαπηλία και χυδαιολογία.

Διακρίνοντας πάντα το δάσος από το δέντρο, η κεντροαριστερά πλήρωσε την κρίση του 2009, δαιμονοποιήθηκε για όλα τα δεινά του τόπου, αλλά στάθηκε όρθια, βάζοντας πλάτη σε νομοθετήματα ακόμη και της σημερινής κυβέρνησης, παρά την προκλητική απουσία και την επιθετικότητα του Πάνου Καμμένου. Γι’ αυτό και η μεθόδευση του Πρωθυπουργού να απαλλάξει για άλλη μια φορά τους ΑΝΕΛ από τις πολιτικές τους ευθύνες και να ξεπλύνει πολιτικά τον περιφερόμενο τζάμπα πατριωτισμό του Πάνου Καμμένου σε ένα τόσο σημαντικό εθνικό ζήτημα, ξεπερνά κάθε όριο σουρεαλισμού. Γι’ αυτό, το τέλος αυτού του απαράδεκτου και αντιδημοκρατικού σουρεαλισμού, που υποτιμά το Κοινοβούλιο και την εθνική υπογραφή, χρειάζεται το ηχηρό και υπεύθυνο “Αρκετά!” του Κινήματος Αλλαγής.

Δημοσιεύτηκε στο “Πρώτο Θέμα” της Κυριακής, 17.06.2018

Η χώρα είναι εγκλωβισμένη σε καθεστώς στασιμοανάπτυξης | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Το 2022 η ελληνική οικονομία θα καταγράψει το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 1995, που θα αγγίζει το 5,19%, σύμφωνα με τις προβλέπεις του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος που ψηφίζεται στη Βουλή. Πρόκειται για ένα αστρονομικό νούμερο, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό δεν προέρχεται τόσο από την άνοδο των εξαγωγών ή την αύξηση των μισθών, αλλά από υπερφορολόγηση, καθυστερήσεις στις αποπληρωμές του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, περικοπές σε δημόσιες επενδύσεις και φυσικά, τις μειώσεις στις συντάξεις. Μόνο η Πορτογαλία του Σαλαζάρ και η Ρουμανία του Τσαουσέσκου θα ήταν περήφανες για τέτοια πλεονάσματα.

Θα είναι επίσης η έκτη συνεχόμενη χρονιά που το κράτος μας εισπράττει αρκετά περισσότερα απ’ όσα ξοδεύει, ικανοποιώντας το δόγμα της “δημοσιονομικά φιλικής ανάπτυξης” αλλά και του ελλείμματος εμπιστοσύνης που καλλιέργησαν συστηματικά οι ελληνικές κυβερνήσεις απέναντι στα ευρωπαϊκά όργανα.

Λίγο πριν το τέλος του προγράμματος όμως και παρά τα δημοσιονομικά κατορθώματα, το αφήγημα της καθαρής εξόδου και της πολυπόθητης επαφής μας με τις αγορές παραπέμπεται στο μέλλον. Η Ελλάδα δεσμεύεται με τον κορσέ του “μεσοπρόθεσμου προγράμματος” μέχρι το 2022, ενώ η ελάφρυνση του δυσθεώρητου για δυτική χώρα χρέους, θα είναι δυνατή μόνο με στενό έλεγχο, καθώς το δημόσιο χρέος ανήκει στα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Η ανάπτυξη θα κινείται στα όρια του 2%, ενώ χάθηκε η περίοδος του φθηνού πετρελαίου και της ποσοτικής χαλάρωσης.

Με τα σημερινά περιοριστικά δεδομένα, η υπόθεση του “ελατηρίου” και της αναπτυξιακής απογείωσης δύσκολα θα επαληθευτεί. Κι αυτό, γιατί από το 2008, όταν η ελληνική οικονομία μπήκε σε ύφεση, οι ευθύνες της πολιτικής και οικονομικής ελίτ είναι σημαντικές. Όπως σημαντικές είναι και των διεθνών και Ευρωπαίων εταίρων. Δεν υπάρχει έκθεση διεθνούς οργανισμού, που να μην αμφισβητεί βάσιμα το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, ως προς το αναπτυξιακό του σκέλος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε ένα ιδιότυπο καθεστώς στασιμο-ανάπτυξης, με ανεξέλεγκτη εργασιακή ανασφάλεια, υψηλά ποσοστά φτώχειας, ραγδαίας γήρανσης και φυσικά χρηματοδοτικής αποστράγγισης. Με κλειστές ουσιαστικά τις τράπεζες, τα μόνα χρήματα που μπαίνουν στη χώρα είναι το συνάλλαγμα του τουρισμού, οι πόροι από τα ευρωπαϊκά ταμεία και τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Όσο και αν ο κανόνας λέει ότι καμία χώρα δεν βγήκε από ύφεση χωρίς δημόσιες επενδύσεις, στην Ελλάδα η βελόνα αρκετών “ειδικών” έχει κολλήσει στην επίκληση των 100 δις ιδιωτικών επενδύσεων που κάπως πρέπει να “βρέξουν” τα επόμενα χρόνια και φυσικά, στις ιδιωτικοποιήσεις.

Παρά τις μεγάλες ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης, που δέσμευσε τη χώρα με δυσθεώρητα πλεονάσματα, η οικονομική πολιτική της ευρωζώνης εξακολουθεί να υπαγορεύεται από τον άκαμπτο γερμανικό ορθο-φιλελευθερισμό του “pacta sunt servanda”. Χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες έχουν μετατραπεί σε συγκάτοικους στη λιτότητα, καθηλώνοντας τη μεσαία τάξη σε διαρκώς επιδεινούμενες επιλογές ζωής, με αποτέλεσμα η τελευταία να ξεσπά στις κάλπες υπέρ αντισυστημικών ή ακραίων κομμάτων. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, με ατμομηχανή τις εξαγωγές αλλά και τις περικοπές στις επενδύσεις έχει βάλει στόχο να εξαλείψει το δημόσιο χρέος παράγοντας διαρκώς πλεονάσματα, ενώ ο Γάλλος ομόλογός του στην κυβέρνηση Μακρόν ανέπτυξε εμμονή με το μηδενικό έλλειμμα, κάτι που η Γαλλία έχει να επιδείξει από τη δεκαετία του ‘70. Η ίδια λογική επικράτησε μετά την τραπεζική κρίση στις χώρες της Βαλτικής, ενώ στο Νότο, η ιταλική και ισπανική πολιτική αστάθεια δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για συγκρούσεις με το Eurogroup.

Κάποιοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια νέα κρίση σε αναμονή, αφού αυτό που μοιάζει ωφέλιμο για κάθε χώρα (δημοσιονομική σταθερότητα, μηδενικά ελείμματα, πλεονάσματα), ζημιώνει την οικονομική κοινότητα και μετατοπίζει το πρόβλημα προς το Νότο. Όταν σήμερα οι οικονομίες της Ευρώπης αναπτύσσονται, έστω και σε μικρό βαθμό, η έμφαση στην προσφορά και η περικοπή της ζήτησης έχει αρνητικά αποτελέσματα: συγκρατεί μισθούς, δεν ωφελεί την κατανάλωση, χειροτερεύει τις κοινωνικές υπηρεσίες, αδυνατίζει τις δημοκρατίες, διοχετεύει κεφάλαια και ανθρώπους λόγω ανασφάλειας από το Νότο προς το Βορά.

Μεταφρασμένα όλα αυτά στην ελληνική πραγματικότητα, σημαίνουν ότι η εμμονή στα υπερπλεονάσματα, που δεν βασίζονται σε εξαγωγές, καινοτομία και υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες είναι μια συνταγή μαρασμού για την ελληνική οικονομία, η οποία, στην καλύτερη περίπτωση θα μετατραπεί σε ένα Μαλιμπού του ευρωπαϊκού Νότου.

Όσο και αν επαίρεται η κυβέρνηση για τη μείωση της ανεργίας, μια προσεκτική ματιά δείχνει ότι αυτή οφείλεται κυρίως στον τουρισμό και στα εποχιακά επαγγέλματα που αναπτύσσονται εξαιτίας του. Δυστυχώς, ο τουρισμός από μόνος του δεν αρκεί, όπως δεν αρκούν τα επιδόματα για να υποκαταστήσουν τις συντάξεις φτώχειας, τα υπο διάλυση νοσοκομεία και τις προνοιακές δομές. Όπως δεν αρκεί και η γραφειοκρατία στην εκπαίδευση για να υποκαταστήσει τις σύγχρονες και ανοιχτές ερευνητικές δομές που έχουν ανάγκη τόσο η ιδιωτική οικονομία όσο και το κράτος για να απελευθερώσουν ιδέες, ταλέντο και ικανότητες που υπάρχουν στην πατρίδα.

Με ή χωρίς ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα είναι να εγκλωβιστεί για άλλη μια δεκαετία στο φαύλο κύκλο των υπερπλεονασμάτων. Στο δυστοπικό σενάριο μιας γερμανοκίνητης Ευρώπης, της οποίας η συνοχή θα δοκιμάζεται διαρκώς, η Ελλάδα θα θυμίζει όλο και λιγότερο μια άλλοτε κραταιά ευρωπαϊκή χώρα, που θα βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε επίπονα διλήμματα.

Η “κανονική κανονικότητα” και οι μύθοι των πονηρών | Άρθρο του Νίκου Κασκαβέλη

Όλοι μιλούν για αυτήν την “κανονικότητα”, ως μία οιονεί μαγική κατάσταση ευτυχίας και ανεμελιάς, στην οποία μόλις επιστρέψουμε όλα θα είναι υπέροχα. Η Κυβέρνηση την βλέπει ήδη να έρχεται. Και κατασκευάζει ακόμη έναν από τους γνωστούς μύθους της. Ότι δήθεν αρκεί η –προγραμματισμένη από την αρχή και ημερολογιακά προβλέψιμη- έξοδος από το μνημονιακό πρόγραμμα για την επιστροφή της χώρας σε “κανονικούς” ρυθμούς. Τι εννοεί όμως ο καθένας με αυτό και πόσο πραγματικά απέχουμε;

Πρώτα απ’ όλα το να λέμε πως θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα σημαίνει πως πριν υπήρξαμε σε αυτήν. Άρα η επιστροφή μας εκεί, μάλλον παραπέμπει στην Ελλάδα προ του 2009. Μα, αυτήν την Ελλάδα σε γενικές γραμμές δεν κατακεραύνωνε επί χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ και χάρη σε αυτήν τη γενική καταδίκη της “Ελλάδας της Μεταπολίτευσης” που “μας χρεοκόπησε” δεν κυβερνούν τώρα ήδη εδώ και 3,5 χρόνια; Εκεί θέλουν τελικά να επιστρέψουν; Μα κι εμείς, που δεν υποστηρίζουμε σε καμία περίπτωση όλο αυτό το κατεδαφιστικό/μηδενιστικό αφήγημα για την πρόοδο της χώρας τα τελευταία 40 χρόνια, είμαστε βέβαιοι πως συμφωνούμε και έχουμε σαφώς στο νου μας τι εννοούμε όταν δηλώνουμε πως επιδιώκουμε επιστροφή στην κανονικότητα; Αλήθεια, μας αρκεί απλά ο εύκολος δανεισμός; Αυτό είναι που μας λείπει;

Πολλοί, ανήκοντες και στο κυβερνητικό αλλά και σε επερχόμενα κυβερνητικά στρατόπεδα, σίγουρα έχουν στο νου συγκεκριμένες καταστάσεις ευδαιμονίας και ασυδοσίας για τους ίδιους. Μια Ελλάδα της ανεμελιάς, με τους κρουνούς του δημοσίου χρήματος να ρέουν άφθονα προς ημετέρους και μη, ασχέτως παραγωγικότητας, με αθρόους διορισμούς στο δημόσιο και μια γενική αίσθηση έλλειψης ελέγχου και απόδοσης πραγματικής δικαιοσύνης. Μια Ελλάδα του βολέματος και της αρπαχτής, με μηδενική σύνδεση με έννοιες όπως ο σχεδιασμός, το ρίσκο, η επιχειρηματικότητα και η καινοτομία.

Μια Ελλάδα που μονότονα και γραφικά καυχιέται για τις δάφνες του μακρινού παρελθόντος, παραγνωρίζοντας το παρόν και το μέλλον της, υπονομεύοντας τις τύχες της ίδιας της νέας της γενιάς. Μια Ελλάδα που αναπαράγει και αναμασά πολιτιστικά υποπροϊόντα αποθαρρύνοντας με κάθε τρόπο τους πραγματικούς δημιουργούς κι εκπέμπει –υπό την επίσημη εκδοχή της και με τα κυρίαρχά της μέσα- μόνο αισθητική υποκουλτούρα και υποβάθμιση με απήχηση σπιθαμιαία. Η Ελλάδα της μηδενικής αξιολόγησης και της αναξιοκρατίας, στην οποία θριαμβεύει μόνο η συνεννόηση κάτω από το τραπέζι και στην οποία έννοιες άλλοτε ευγενείς (πχ συμμετοχή στα κοινά), έχουν ταυτιστεί με τον ανήθικο συμβιβασμό και την δοσοληψία.

Προφανώς και η Ελλάδα που αδρά περιγράφω δεν είναι προϊόν επιστημονικής φαντασίας. Τη γνωρίσαμε σε μεγάλο βαθμό για πολύ καιρό. Είχε όμως και άλλα χαρακτηριστικά. Σημειώθηκε και σημαντική πρόοδος για την οποία έχουμε μιλήσει εδώ. Οι σημερινοί κυβερνώντες, κατακεραυνώνοντας μονομερώς τις παθογένειες ήρθαν για να τις αλλάξουν. Και έκαναν ακριβώς ό,τι αυτές σηματοδοτούσαν, στο χείριστο βαθμό. Και προσέθεσαν νέες. Έτσι μας έδωσαν και άλλα δεδομένα ώστε να μπορούμε να προσδιορίσουμε την έννοια της κανονικότητας που εμείς επιθυμούμε για την πατρίδα μας.

Εμείς λοιπόν θα θέλαμε άλλα πράγματα για να συνηγορήσουμε και να πούμε πως ήρθε η κανονικότητα. Αξιώνουμε μια Ελλάδα πραγματικά αξιοπρεπή, ως ουσία αλλά και εικόνα. Με ένα Δημόσιο τομέα στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι κυνηγό, τροχοπέδη και τιμωρό της. Μια Ελλάδα που ο καθένας θα λαμβάνει ανάλογα με την αξιοσύνη, τα προσόντα και την προσφορά του. Και στην οποία θα συνεισφέρει πάλι ανάλογα με τις δυνάμεις του, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Μια Ελλάδα που λειτουργεί όπως κάθε “φυσιολογικό” κράτος της Ευρώπης και γενικά του “αναπτυγμένου” κόσμου.

Με θεσμούς λειτουργικούς και διαφανείς, πάλι στην υπηρεσία του πολίτη. Με τη Δικαιοσύνη ολοφάνερα ανεξάρτητη και ταχεία, να κάνει τη δουλειά της ανενόχλητη και να παρέχει τις εγγυήσεις και το αίσθημα ασφάλειας για κάθε πολίτη, επισκέπτη, επενδυτή. Με ένα κοινωνικό κράτος κραταιό και υγιές, δίχτυ προστασίας για τους αδυνάμους. Και με ένα σύστημα Παιδείας, ανάλογο της εποχής και των προκλήσεών της και αντάξιο του ονόματος που ευτυχώς ή όχι φέρει ο “έρμος” αυτός μα λαμπρός εκ φύσεων τόπος. Που να παρέχει τα αρχικά εφόδια για να ευοδωθούν τα όνειρα του κάθε νέου που δικαιούται να δημιουργήσει στον τόπο του.

Με ένα φυσικό περιβάλλον στο οποίο να επιδεικνύεται έμπρακτος σεβασμός και να επιχειρείται διαρκώς η βελτίωσή του, αντί για τη συνεχή υποβάθμιση. Με πόλεις υποδείγματα, λειτουργικές και ανθρώπινες. Και με μια καθημερινότητα με αβίαστη ροή και συλλογικό νόημα, στη θέση του ασίγαστου και ανηλεούς αγώνα επιβίωσης που σήμερα βιώνουμε. Και δεν αναφέρομαι στην έλλειψη πόρων αλλά τη γενική αίσθηση καταδίωξης και άκρατου ανταγωνισμού με τον κάθε συμπολίτη, τον οποίο μας έχει εμπεδωθεί να θεωρούμε απειλή και σφετεριστή του δικού μας χώρου.

Κι όλα αυτά μέσα στο αυτονόητο και εύλογο κλίμα ασφάλειας που κάθε πολίτης δικαιούται. Μέσα σε θεσμούς που εμπνέουν κύρος και σεβασμό, αντί για τη σημερινή γενική σύγχυση και το αισθητικό μπάχαλο που έχει καταλύσει κάθε μέτρο. Στην Ελλάδα που ονειρευόμαστε, όλα έχουν τη θέση τους. Η κοινωνία δεν αποτελείται από ανταγωνιστικά και εχθρικά μεταξύ τους άτομα, που βρίζονται ολημερίς στους δρόμους και στις ουρές και δεν αναγνωρίζουν κανέναν ως “αξιότερο”. Το ισοπεδωτικό “όλοι για όλα και τελικά κανείς για τίποτε”, το βιώσαμε, το χορτάσαμε σε βαθμό αηδίας.. Η απόδοση τιμής και αξίας στους θεσμούς, δεν κάνει κάποιον υποτελή, αλλά τον αναγάγει σε πολίτη. Μιας κοινωνίας που λειτουργεί και έχει αυτοσεβασμό. Που κατατείνει σε κοινούς στόχους, σέβεται την παράδοσή της και σχεδιάζει το μέλλον της. Με αξιοπρέπεια και ελπίδα.

Και φυσικά, ελπίζουμε σε μια κοινωνία συνεργασίας και καταλλαγής. Που η πολιτική διαμάχη αναγνωρίζεται ως φυσική μέσα στο δημοκρατικό παιχνίδι και ο “αντίπαλος” δεν είναι αυτονόητα εχθρός που πρέπει να αφανιστεί, μα ο συνεχής συμπαίκτης σε ένα παίγνιο θετικού (και όχι μηδενικού) αποτελέσματος. Το όφελος μπορεί και πρέπει να είναι συνολικό. Οι εποχές που η ηγεσία φρόντιζε μόνο την κάστα της, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν ταιριάζει μια με την εποχή. Όσοι συνεχίζουν σε αυτή τη λογική, απλά θα απορριφθούν φυσικά. Οι εμφυλιοπολεμικές κραυγές, όσο επίμονα και αν εκτοξεύονται, δεν μπορούν πια να πιάσουν. Καταλαβαίνουμε πως κάποιοι μόνο σε αυτές ελπίζουν για να διαιωνίσουν τα μικροαστικά τους προνόμια. Αυτά που κατακεραύνωναν. Δεν έχει όμως κανένα μέλλον η προσπάθειά τους.

Η κοινωνία βρίσκεται ήδη αλλού. Η Ελλάδα που περιγραφικά ιχνηλατήσαμε, η Ελλάδα αυτής της κανονικότητας, είναι μέσα στα ευγενέστερα των ονείρων μας. Και βρίσκεται ήδη στα σπάργανα, ανιχνεύσιμη σε πρακτικές όσων, εντός κι εκτός, αρνούνται να συμβιβαστούν. Διάσπαρτα βρίσκεται σε προγραμματικά πλαίσια κομμάτων, φορέων, κινήσεων, δημιουργικών δυνάμεων. Είναι θέμα χρόνου να γίνει κεντρικό αίτημα και πολιτικό πλαίσιο άμεσης εφαρμογής. Είναι θέμα ζωτικής σημασίας. Η πολιτική δύναμη που θα το εκφράσει κυρίαρχα, με ειλικρίνεια και τόλμη, και έμπρακτα αποτελέσματα, θα είναι κυρίαρχη για καιρό. Και η χώρα, τότε και μόνο θα γίνει κανονική. Γιατί ακόμα απέχουμε πολύ.

πηγή

«Η κρίση στην Ιταλία και το μάθημα του ευρώ» | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Στην Ιταλία ταιριάζει ‘γάντι’ το “αδύνατο τρίλημμα” της παγκόσμιας οικονομίας, που έχει διατυπώσει ο οικονομολόγος Dani Rodrik. Δε μπορείς ταυτόχρονα να προωθείς τη δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία και την οικονομική παγκοσμιοποίηση. Πρέπει να επιλέξεις ποιο θα αφήσεις πίσω. Αν διαλέξεις τη δημοκρατία και την παγκοσμιοποίηση, αφήνεις πίσω την αυτόνομη οικονομική πολιτική. Αν συνδυάσεις τη δημοκρατία με τα όρια του εθνικού κράτους, ξεχνάς τις διεθνείς αγορές. Και αν επιλέξεις την εθνική κυριαρχία και την παγκοσμιοποίηση, η δημοκρατία πληρώνει το τίμημα.

Οι περισσότεροι επιλέγουν δημοκρατία και ανοιχτές αγορές. Όμως οι ανοιχτές αγορές χρειάζονται και εθνικούς και παγκόσμιους θεσμούς για να λειτουργήσουν. Όσο οι αγορές είναι ανεξέλεγκτες ή αδύναμοι οι εθνικοί θεσμοί, τόσο μεγαλύτερο το πρόβλημα για τα εθνικά κράτη και τις περιφερειακές οντότητες, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακόμη και συντηρητικοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι ο αναπτυξιακός κατήφορος της Ιταλίας συμπίπτει με την ένταξή της στο ευρώ, με μικρές διακυμάνσεις. Από το 2000 και μετά, εργοστάσια έκλεισαν. Η εργασία παρέμεινε ακριβή, άρα μη ανταγωνιστική. Η ανεργία των νέων αυξήθηκε. Το δημόσιο χρέος διογκώθηκε. Οι εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μεγάλωσαν για να ανταγωνιστούν έξω από τα σύνορα. Καταστάσεις γνώριμες, αλλά αρκετές για να προκαλούν κάποιους να σκέφτονται εναλλακτικά.

Ένας από αυτούς, ήταν ο απορριφθείς, από τον Ιταλό Πρόεδρο, υπουργός Οικονομικών Πάολο Σαβόνα, ο οποίος παρουσιάστηκε από κάποια μέσα ενημέρωσης, ως υπέρμαχος της λιρέττας. Όμως ο βετεράνος Σαβόνα έγραφε για χρόνια ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και αργότερα το Δημοσιονομικό Σύμφωνο καταπιέζουν την ιταλική οικονομία και ότι η λιτότητα θα έπρεπε να χαλαρώσει. Μίλησε για ένα “σχέδιο Β” για την ιταλική οικονομία, την ώρα που οι μόνοι που ετοίμαζαν “σχέδιο Β” για τις χώρες τους, ήταν οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί. Με το Σαβόνα συμφωνούσε επί της ουσίας ο Ματέο Ρέντσι, που κατέθετε εναλλακτικούς προϋπολογισμούς στην Κομισιόν προκειμένου να χαλαρώσει τους ασφυχτικούς περιορισμούς για το έλλειμμα.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η οικονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης αφήνει τις κρίσεις να συσσωρεύονται πριν ξεσπάσουν. Συνεχίζει να ανακυκλώνει τη λιτότητα και να παράγει ασυμμετρίες σε βάρος του Νότου προς όφελος των πλεονασματικών χωρών. Δεν μπορούν όλοι να εξάγουν, να παράγουν καινοτομία, να έχουν μεγάλες επιχειρήσεις ή συνδικάτα που δίνουν τα χέρια για 10ετείς μεταρρυθμίσεις. Αυτές οι αλλαγές παίρνουν χρόνο, θέλουν κοινωνική νομιμοποίηση, συνέχεια, άλλη κουλτούρα.

Οι χώρες της ευρωζώνης θυσιασαν μέρος της οικονομικής και εθνικής τους κυριαρχίας για να διατηρήσουν την δημοκρατία και τα οικονομικά οφέλη από τη συμμετοχή τους στις διεθνείς και ευρωπαϊκές αγορές. Για να είναι διατηρήσιμη αυτή η κατάσταση απαιτεί στενότερη πολιτική και οικονομική ένωση, ώστε οι μεταρρυθμίσεις να μην επιβάλλονται με Τρόικες ή με την απειλή της χρεοκοπίας. Να γίνονται κτήμα των εθνικών κρατών πιο ανώδυνα και πιο δημοκρατικά. Όμως επικράτησε η πυροσβεστική λογική, η κυριαρχία του Eurogroup, η υποβάθμιση της Κομισιόν, οι εκβιασμοί, η χειροτέρευση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, που με τη σειρά τους παράγουν εθνικισμό, διχασμό και φέρνουν ανεξέλεγκτες πολιτικές δυνάμεις στην εξουσία σε εμβληματικές χώρες της Ένωσης.

Στην Ιταλία τα “Πέντε Αστέρια” και η “Λέγκα” εμποδίστηκαν – προσωρινά – να σχηματίσουν κυβέρνηση, στο όνομα του ευρώ. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί το 2011 όταν ο Μπερλουσκόνι παραιτήθηκε σε μια νύχτα. Το πιθανότερο είναι ότι θα θριαμβεύσουν στις επόμενες εκλογές. Όταν στο “αδύνατο τρίλημμα” φτάνεις στο (απροχώρητο) σημείο να θυσιάσεις τη δημοκρατία, τότε είναι βέβαιο ότι ένας νέος κύκλος κρίσης ανοίγει.

Το δίκαιο που δεν γίνεται πράξη | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Έχοντας συμπληρώσει τριάμιση χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση. Διόλου τυχαίο. Το έχει πετύχει με τρεις βασικές μεθόδους: πρώτον, εκμεταλλευόμενη τις πολυεπίπεδες κρίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να κερδίσει χρόνο και βραχυπρόθεσμα οφέλη στη διαπραγμάτευση, συμψηφίζοντας και μετακυλίοντας υποχρεώσεις στο τέλος του προγράμματος.

Δεύτερο, μετατρέποντας το Μνημόνιο σε “άδεια παραμονής” της στην εξουσία: ψηφίζοντας δηλαδή ό,τι έρχεται “απ’ έξω”, με αντάλλαγμα τα “στραβά μάτια” των “θεσμών” στην αντικοινωνική υπερφορολόγηση, το γενεακά άδικο ασφαλιστικό σύστημα, την αδήλωτη εργασία, την υπερφόρτωση του Δημοσίου με περισσότερες δυσλειτουργίες και το νέο συγκεντρωτισμό σε βάρος της Αυτοδιοίκησης. Όπου φυσικά δεν υπάρχει Μνημόνιο (βλέπε ΜΜΕ, δημόσια ασφάλεια, εκπαίδευση, πρόνοια, δικαιοσύνη), η πραγματικότητα μιλά από μόνη της.

Η τρίτη και πιο ενδιαφέρουσα τακτική είναι η δυνατότητα του αριστεροδεξιού συνασπισμού να κινείται ως εκκρεμές μέσα από πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες που έχουν στόχο να φέρουν σε αμηχανία ή να εγκλωβίσουν τον πολιτικό αντίπαλο. Το είδαμε στην πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση, στον εκλογικό νόμο, στην αναγνώριση δικαιωμάτων σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, στα εθνικά ζητήματα, στην Αυτοδιοίκηση. Εφαρμόζοντας στην πράξη “αντάρτικες” τακτικές του μεγάλου θεωρητικού του πολέμου Κλάουσεβιτζ, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν παίζουν τα χαρτιά τους σε μια ζαριά, αλλά αυξομειώνουν την ένταση, διαφοροποιούν τις δυνάμεις τους, τεμαχίζουν νομοθετικές πρωτοβουλίες για υπηρετήσουν άλλοτε το ‘φλερτ’ με την κεντροαριστερά και άλλοτε να μεγαλώσουν το χάσμα με την κεντροδεξιά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστροφή στη συζήτηση για το εκλογικό σύστημα. Γνωρίζοντας την θετική προδιάθεση ΝΔ και Κινήματος Αλλαγής για το ‘σπάσιμο’ των μεγάλων εκλογικών περιφερειών (Β’ Αθηνών και Αττικής), επαναφέρουν το ζήτημα μεμονωμένα. Λες και το σπάσιμο των εδρών δεν σχετίζεται με το υπερβολικό μπόνους του πρώτου κόμματος, την αδιαφάνεια στο πολιτικό χρήμα και την ψήφο όσων κατοικούν στο εξωτερικό.

Ειδικά για το τελευταίο, υπουργοί της κυβέρνησης θεωρούν προνομιούχους όσους έφυγαν για τα ξένα, ότι θα αλλοιωθεί το εκλογικό αποτέλεσμα, ενώ επικαλούνται οικονομικά και διοικητικά εμπόδια. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική: η πλειοψηφία των Ελλήνων που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης εργάζονται σε επισφαλείς δουλειές, ενώ οι συνθήκες ζωής τους είναι δύσκολες. Είναι εγγεγραμμένοι στους υπάρχοντες εκλογικούς καταλόγους, άρα δεν αλλοιώνεται το αποτέλεσμα, όπως πχ θα γινόταν με την ψήφο της ομογένειας. Με μια απλή υπεύθυνη δήλωση μπορούν να ψηφίσουν με επιστολή στα προξενεία και στις πρεσβείες τους, χωρίς σημαντικό κόστος για το κράτος. Η Ελλάδα αποτελεί ευρωπαϊκή και διεθνή εξαίρεση στις προηγμένες δημοκρατίες, διατηρώντας το συνταγματικό αυτό δικαίωμα (άρθρο 51, παρ. 4) ‘στο ψυγείο’.

Ο Πρωθυπουργός μιλά για ‘χαμένη γενιά” που την έδιωξαν τα μνημόνια και η αναξιοκρατία, αλλά της αρνείται έστω και το δικαίωμα να καθορίσει ποια κυβέρνηση θα της δώσει το σινιάλο να επιστρέψει. Η Νέα Δημοκρατία, εκ του πονηρού και γνωρίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα δεχθεί μια λύση – “πακέτο”,  προτείνει οι Έλληνες του εξωτερικού να μην ψηφίζουν για βουλευτή, κάτι όμως που παραβιάζει την ισότητα της ψήφου. Σωστά το Κίνημα Αλλαγής θεωρεί ότι η ψήφος των κατοίκων του εξωτερικού πρέπει να ενταχθεί σε ένα συνολικό πακέτο αλλαγών στον εκλογικό νόμο, που θα δυναμώσουν τη δημοκρατία και τη λογοδοσία.

Για την ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται την πρόταση. Αλλά δεν θα εκπλαγούμε αν τη δούμε σε νέα, ξεχωριστή νομοθετική πρωτοβουλία στο μέλλον. Άλλωστε το είπαμε: στόχος της κυβέρνησης δεν είναι να αλλάξουν τα κακώς κείμενα. Είναι να πιεστεί ο πολιτικός αντίπαλος. Να μπερδεύονται τα στρατόπεδα. Να κερδίζονται εντυπώσεις. Και το δίκαιο να μην γίνεται ποτέ πράξη, παρά μόνο στα video του Πρωθυπουργού.

Από το ‘68 της χειραφέτησης, στα δύστυχα πάθη του ‘18 | Άρθρο της Λαμπρινής Ρόρη

Όπως συχνά συμβαίνει με γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας, ο Μάης του ‘68 προκαλεί ζωηρές συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα, στην πολιτική, στην ακαδημαϊκή κοινότητα. 50 χρόνια μετά και ενώ της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας προεδρεύει πολιτικός που γεννήθηκε εννέα χρόνια μετά την εξέγερση, η κληρονομιά του διεθνούς αυτού γεγονότος ενώνει, διχάζει, κινητοποιεί. Αν οι έρευνες γνώμης των τελευταίων μηνών αναδεικνύουν μια πλειοψηφικά θετική στάση, η μνήμη του γεγονότος δεν ήταν πάντα συναινετική ή θετική στο πέρασμα του χρόνου, ενώ το νόημά του στη δημόσια συζήτηση αναπλάθεται και επικαιροποιείται υπό το φως νέων ερευνών, αλλά και συγκυριακών στρατηγικών πολιτικής εργαλειοποίησης.

Η εξέγερση του Μάη του 1968 εγγράφεται στα φοιτητικά κινήματα για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της δεκαετίας 1960. Το αίτημα ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, η δημιουργική αμφισβήτηση κάθε είδους ιεραρχίας και αυθεντίας ερμηνεύτηκε ως τομή που αναδιέταξε συμβολικά ιεραρχίες σε επαγγελματικά και θεσμικά milieux (πολιτιστική παραγωγή, πανεπιστήμια, δημοσιογραφία) (Lefort, Morin, Castoriadis, 1988), ενώ στη ριζοσπαστική αριστερά αποκρυσταλλώθηκε ως μέτωπο τόσο με τη γκωλική εξουσία, όσο και με το κομμουνιστικό κόμμα και την CGT. Στη βάση αυτή, ο Μάης κρίθηκε αποτυχημένος από το Raymond Aron ήδη από το 1968, καθώς ούτε ανέτρεψε την καθεστηκυία τάξη, ούτε εξέφρασε τη δυνατότητα ενός τρίτου δρόμου μεταξύ σοβιετισμού και καπιταλισμού. Η έλλειψη κοινωνικού σχεδίου και προοπτικής, ο μηδενισμός των αξιών, η διάθεση καταστροφής επανήλθε ως κατηγορία από αυτούς που είδαν το κίνημα μέσα από το πρίσμα του ναρκισσιστικού, ηδονιστικού ατομικισμού (Lipovetsky, 1983) : ο Μάης δεν αδιαφόρησε μόνο για το συλλογικό, αλλά «καθιερώνοντας» το πνεύμα της εξέγερσης, καθήλωσε την κοινωνία και ιδιαίτερα το θεσμό του σχολείου σε μια μόνιμη, «ελαφριά» κοινωνική αμφισβήτηση (Ferry & Renault, 1988; Finkielkraut, 2004), απαγορευτική για την αποδοχή του ρόλου του δασκάλου και, εν τέλει, τη μετάδοση της γνώσης. Οι εκδοχές αποδόμησης του κινήματος ταλαντεύονται αντιφατικά μεταξύ της μηδενικής επίδρασης και των απόλυτων δεινών. Στην πρώτη περίπτωση, η ακύρωση υποστηρίζεται από την πολιτική αποτυχία του κινήματος, όπως τεκμηριώνεται από τους εκλογικούς συσχετισμούς που ακολούθησαν, αλλά και τη συνέχεια της πρωτοκαθεδρίας του γαλλικού ΚΚ στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής αριστεράς. Στη δεύτερη, ο Μάης καθιέρωσε το μηδενισμό των αξιών που οδήγησε «από την πίσω πόρτα» στο θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού.

Η κοινωνική κινητικότητα και το πέρασμα πρωταγωνιστών από τα κινήματα στη συμβατική πολιτική και στην ελεύθερη αγορά, στοιχειοθέτησε την «ανάγνωση της γενιάς» των baby boomers που εξαργύρωσε το νεανικό ριζοσπαστισμό σε κοινωνικό, επαγγελματικό και πολιτικό κεφάλαιο (Hervé & Rotman, 1987). Η τελεολογική αυτή εκδοχή των κινήτρων – που βρίσκει αναλογίες στην εγχώρια συζήτηση για την κληρονομιά της γενιάς του Πολυτεχνείου – μπορεί να βρίσκει εφαρμογές σε έναν αριθμό επωνύμων που «έχτισαν καριέρες», δε στάθηκε ικανή όμως να «ρευστοποιήσει την κληρονομιά του ’68, μία και καλή» κατά την επιθυμία του Σαρκοζύ το 2007. Πρόσφατες πολιτικές και κοινωνιολογικές έρευνες (Fillieule et al., 2018 ; Dormoy-Rajramanan & al., 2018) φωτίζουν « από τα κάτω» τις διαδρομές ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας των «ανωνύμων» συμμετεχόντων στο 1968, αναδεικνύοντας ότι παρέμειναν πιστοί στο αξιακό πλαίσιο του 1968 (αντιρατσιστές, οικολόγοι, κοινωνικά και οικονομικά αλληλέγγυοι), χωρίς αυτό να συνοδεύεται από υλική ή κοινωνική άνοδο.

Και στις επόμενες γενιές, τι κληροδότησε; Πέρα από το ηδονιστικό καρναβάλι και τα οδοφράγματα πέριξ της Σορβόννης που αναβιώνουν μέσα από γκροτέσκες εμπειρίες προσομοίωσης τις ημέρες αυτές στο Παρίσι, το 1968 – και όχι μόνο ο Μάης – ήταν ένα μαζικό κίνημα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού (Weber, 1998), που έφερε σε κοινούς αγώνες κοινωνικά υποκείμενα μέχρι τότε αποκομμένα μεταξύ τους. Εκτός από τις άμεσες, σημαντικές εργασιακές κατακτήσεις, λειτούργησε σαν καταλύτης για το διαγενεακό πέρασμα από τις υλιστικές στις μεταϋλιστικές αξίες (Inglehart, 1971). Κληροδότησε στην επόμενη γενιά την πολιτική σε πρώτο πρόσωπο: ισότητα φύλων και γενεών, πολυπολιτισμικότητα, απελευθέρωση γυναικών και ομοφυλοφίλων, σεξουαλική χειραφέτηση, αντι-αυταρχισμός στην πολιτική συμμετοχή, ποιότητα ζωής, σημασία στο άτομο και στις ανάγκες του με την ευρεία έννοια, είναι ύστερες κατακτήσεις διεκδικήσεων που εκκίνησαν το 1968.

Μακριά από κάθε διάθεση εξιδανίκευσης της εξεγερσιακής αντίληψης της πολιτικής, πέρα από την πολυφωνία και την κακοφωνία, τις υποσχέσεις και τις διαψεύσεις, η επέτειος των 50 χρόνων σχεδόν τρομακτικά θυμίζει πόσο απέχουμε πραγματικά και συμβολικά από το 1968: ο καπιταλισμός έχει αλλάξει άρδην, οι ανισότητες έχουν αυξηθεί, στο διεθνές σύστημα «όλα είναι δυνατά», ενώ τα άτομα βιώνουν ανασφάλειες που συνδέονται με σειρά αλλαγών που αδυνατούν να μεταβολίσουν. Οι κινητοποιήσεις του παρόντος σπάνια παράγουν ουμανιστικά, οικουμενικά νοήματα, αλλά συχνά εμφορούνται από δύστυχα πάθη, αρνητισμό, αποκλεισμούς.

Η Λαμπρινή Ρόρη είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Exeter.

Οι βουλευτές που «παρασύρονται» | Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου

Από τις πιο ενδιαφέρουσες ασκήσεις για όσους νιώθουν κάπως νοσταλγικά για την ελληνική κρίση, είναι ένα γρήγορο ψάξιμο στις διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης. Ανάμεσα σε πορείες, επεισόδια, διαγγέλματα πρωθυπουργών και πλατείες αγανακτισμένων, θα δει και αρκετές φυσιογνωμίες που δικαιολογούν πλήρως όσους υποστηρίζουν ότι η κρίση είναι κυρίως πολιτική.

Από το 2011 μέχρι σήμερα είδαμε δραχμιστές να γίνονται υπουργοί σε παραγωγικά υπουργεία. Συστημικούς συνταγματολόγους και οικονομολόγους να γίνονται αγανακτισμένοι εν μια νυκτί: να προτρέπουν τους πολίτες ακόμη και σε βίαιη αντίσταση ή να γράφουν λαϊκά συντάγματα στις πλατείες, δίπλα σε κρεμάλες. Βουλευτές να αλλάζουν τρία και τέσσερα κόμματα, πριν κάνουν απεργία πείνας μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Άλλοι καθυστερούσαν την εκταμίευση μιας δόσης για να περάσει νυχτερινή τροπολογία που θα εξαιρούσε τον επαγγελματικό τους κλάδο, τον χρηματοδότη τους ή την περιοχή τους. Άλλοι ανέβαζαν τις μπάρες των διοδίων και δήλωναν αναρχικοί μέσα στη Βουλή.

Από το 2011 μέχρι σήμερα η αντικοινοβουλευτική και αντιδημοκρατική συμπεριφορά επιβράβευσε πολλούς. Τα έδρανα της ντροπής, στα οποία κάθεται ακόμη η Χρυσή Αυγή, είναι η εμφανής όψη. Την άλλη όψη μας τη θύμισε ο βουλευτής της Ένωσης Κεντρώων που φώναξε πάνω στο οπαδικό του ξέσπασμα να ‘καεί η Βουλή’. Όμως, αντί να ξεκινήσει η διαδικασία μομφής εναντίον του, που θα μπορούσε να του στερήσει ακόμη και την βουλευτική αποζημίωση, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής αρκέστηκε σε μια ομόφωνη καταδίκη και επίπληξη. Ο βουλευτής βέβαια, άλλα είπε στην έγγραφη απόλογία του και άλλα στα διάφορα μέσα ενημέρωσης. Από τη μία, πλήρης μετάνοια. Τον παρέσυρε η αμηχανία. Από την άλλη, μας είπε ότι έτσι υπαγορεύει το συμφέρον της εκλογικής του περιφέρειας. Να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της ομάδας του. Με άλλα λόγια, είμαστε δημοκράτες στην Αθήνα και αντιδημοκράτες στην Θεσσαλονίκη.

Κάποιοι συμπολίτες μας πίστεψαν ότι αν στείλουν με την ψήφο τους στα έδρανα διάφορους γραφικούς να τα “χώνουν” στο σύστημα, ότι έτσι θα καλυτερέψει η ζωή τους. Ο σπουδαίος Μαξ Βέμπερ έγραφε ότι οι βουλευτές δεν εκλέγονται για να είναι μόνο υπηρέτες των συμφερόντων των ψηφοφόρων τους. Χρειάζεται να βλέπουν πέρα από τη μύτη της συντεχνίας ή του χωριού τους. Όταν στέλνουμε στη Βουλή ανθρώπους που δεν σέβονται ούτε τον όρκο που δίνουν στο Σύνταγμα, που το παίζουν “φιλολαϊκοί” αλλά ψηφίζουν αμάσητα τα μνημόνια, που τραμπουκίζουν και οπλοφορούν, τελικά σε ποιον κάνουμε κακό; Σε αυτόν που θα συνεχίσει να λαμβάνει τα 7.000 ευρώ το μήνα ή σε εμάς που θα χειροτερέψει η ζωή μας από τους κακούς νόμους, τις τροπολογίες της νύχτας και τους φασίστες που βλέπουν ως εχθρό κάθε αδύναμο και αβοήθητο συνάνθρωπο;

Έχει και η Βουλή, αλλά και τα κόμματα σημαντικό μερίδιο ευθύνης. Υπάρχουν καταστατικά, θεσμοί και όργανα για να περιορίσουν αυτά τα φαινόμενα. Εξάλλου, ο Πρόεδρος της Βουλής δεν δεσμεύεται από την απόφαση της Επιτροπής Δεοντολογίας και μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στον βουλευτή Φωκά. Μιας και η αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας Βουλευτών είναι και μνημονιακό προαπαιτούμενο, είναι ευκαιρία να προβλέπονται αυστηρές ποινές για τέτοιες συμπεριφορές, που δεν θα σταματούν μόνο στη στέρηση της βουλευτικής αποζημίωσης, αλλά και θα αναγκάζουν τον βουλευτή να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες έμπρακτης μεταμέλειας.

πηγή

Το πολιτικό Twitter στα χρόνια του Μνημονίου

Η αυξανόμενη δημοφιλία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η κρίση των παραδοσιακών μέσων, αλλά και η έντονη πολιτικοποίηση στα χρόνια της κρίσης, μετέφεραν συχνά το επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος στην καρδιά του διαδικτύου. Ενώ οι καθημερινές διενέξεις έγιναν για μια παρατεταμένη περίοδο η νέα κανονικότητα – τουλάχιστον των πλέον πολιτικά ενεργών χρηστών -, η γενική αίσθηση που επικράτησε προϊούσας της πόλωσης ήταν ότι οι γέφυρες μεταξύ πολιτικά διαφωνούντων εύκολα διαρρηγνύονταν, μια εντύπωση που συνάδει με την κυρίαρχη εκδοχή στη βιβλιογραφία ότι τα νέα μέσα λειτουργούν σαν αντηχείο (echo chambers) μεταξύ πολιτικά ομόφιλων χρηστών.

Σε διεπιστημονική έρευνα που πραγματοποιήσαμε με τους Παντελή Αγαθαγγέλου και Ιωάννη Κατάκη (Πανεπιστήμιo Λευκωσίας), Δημήτρη Γουνόπουλο (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Barry Richards (Πανεπιστήμιο Bournemouth) σε περίπου μισό εκατομμύριο tweets, εξετάσαμε τις δυναμικές που δημιουργούνται εντός και μεταξύ κομματικών δικτύων στο ελληνικό Twitter. Διακρίνοντας τρείς τρίμηνες περιόδους μεταξύ του 2014 και του 2016 και εφαρμόζοντας μια καινοτόμο μέθοδο αναγνώρισης της πολιτικής ταυτότητας χρηστών, αποτυπώσαμε τη δομή του δικτύου, τη σχέση της με τον πολιτικό λόγο, αλλά και την εκφορά συναισθήματος ανά πολιτικό χώρο.

Σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη περί ερμητικά κλειστών πολιτικών συζητήσεων μεταξύ ομοϊδεατών, η μέτρηση της συνοχής των κομματικών δικτύων αναδεικνύει σημαντικές διαφοροποιήσεις, με τα δίκτυα των άκρων (ΧΑ, ΑΝΕΛ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) να διαθέτουν υψηλότερο βαθμό συνοχής σε σχέση με τα υπόλοιπα. Έτσι, ενώ δεν ξενίζει ότι ΧΑ και ΚΚΕ διαθέτουν τα πλέον συνεκτικά – άρα και εσωστρεφή – δίκτυα στο Twitter, το γεγονός ότι όλα τα κόμματα – με εξαίρεση το ΚΚΕ – έχασαν συνοχή όταν η πολιτική πόλωση κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 2015 (2η περίοδος), αναδεικνύει ότι σε περιόδους κρίσης τα δίκτυα δεν είναι συμπαγή, αλλά πορώδη, ακόμα και αυτά των πλέον φανατικών. Κι αυτό γιατί η κρίση αποτελεί πολιτική ευκαιρία ακόμη – αν όχι ειδικά – για ριζοσπάστες και εξτρεμιστές προκειμένου να κερδίσουν ορατότητα, να οικειοποιηθούν ή να θέσουν θέματα στη δημόσια συζήτηση, να πλαισιώσουν την ερμηνεία της συγκυρίας και, εν τέλει, να αυξήσουν την επιρροή τους.

Η οπτικοποίηση της αναπαραγωγής των tweets (retweets) σε τρεις περιόδους διαφορετικής πολιτικής έντασης μεταξύ 2014 και 2016, φέρνει στο φως τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στη δομή του δικτύου. Η πόλωση αύξησε την πυκνότητα των συζητήσεων, αλλά μείωσε τις αλληλεπιδράσεις. Από ομαδώσεις κομματικών χώρων στο τέλος του 2014 και στην αρχή του 2015, τα δίκτυα μεταβάλλονται σε θεματικές συστάδες (clusters) το ταραχώδες καλοκαίρι του 2015, με την τομή μνημόνιο – αντιμνημόνιο να χωρίζει το πολιτικό δίκτυο σε δύο διακριτές υπό-περιοχές, “σε απόσταση ασφαλείας”: ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΝΔ διαμορφώνουν μία συστάδα (A), ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΧΑ μία δεύτερη (B). Η εικόνα αυτή παραμένει περίπου ίδια την άνοιξη του 2016, με τη διαφορά ότι η ΧΑ έχει πλέον απομακρυνθεί από τον αντιμνημονιακό χώρο, γεγονός που σχετίζεται με την ατζέντα της προσφυγικής κρίσης.

Βρίσκουμε, λοιπόν, ότι σε καιρό κρίσης τα δίκτυα όχι μόνο δεν είναι στατικά, αλλά ότι όταν ο κομματικός ανταγωνισμός δεν διέπεται από την κλασική τομή αριστεράς-δεξιάς, το Twitter απορροφά τη νέα διαίρεση. Είναι σαφές ότι, μην απαιτώντας φυσική επαφή ή παρουσία, το διαδίκτυο διευκολύνει τις συγκλίσεις μεταξύ των άκρων. Η δημόσια ατζέντα και η πλαισίωση των θεμάτων είναι καθοριστικές ως προς τις συγκλίσεις μεταξύ ιδεολογικά αποκλινόντων χρηστών. Τα ευρήματα της θεματικής μελέτης βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση με αυτά της δομής του δικτύου: όταν η εναντίωση στη Γερμανία, στο ΔΝΤ, στο μνημόνιο και στο ευρώ επικρατούν στην ατζέντα, τα άκρα συγκλίνουν∙ ενώ το προσφυγικό, η μετανάστευση, παρεμβάλλονται σα σφήνα.

Η αρχιτεκτονική της συζήτησης στο εσωτερικό κάθε πολιτικού χώρου δείχνει ότι η πόλωση του καλοκαιριού του 2015 μειώνει τις αλληλεπιδράσεις στο εσωτερικό της άκρας αριστεράς, ενώ οι συζητήσεις αραιώνουν την άνοιξη του 2016, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, τη διάσπαση που επακολούθησε και τον ευρύτερο κατακερματισμό του χώρου. Αντίθετα, η αλληλεπίδραση αυξήθηκε στην άκρα δεξιά, ενώ η ροή της διαδικτυακής επικοινωνίας δεν παραπέμπει στην ιεραρχική οργανωτική δομή του ιδεολογικού αυτού χώρου. Άκρα δεξιά και άκρα αριστερά συγκεντρώνουν υψηλότερο αρνητικό συναίσθημα σε σχέση με τα κομματικά δίκτυα του κέντρου, το οποίο κορυφώνεται τον Ιούλιο του 2015. Δεν παρατηρούνται, εν γένει, σημαντικές διαφοροποιήσεις στη δομή του δικτύου και στο συναίσθημα μεταξύ άκρας αριστεράς και άκρας δεξιάς.

Μπορεί το διαδίκτυο να απέχει πόρρω από το να είναι καθρέπτης της πολιτικής ζωής, όμως οι δυναμικές που δημιουργούνται εν τέλει δεν είναι αποκομμένες από τη δυναμική της κοινωνίας και της πολιτικής, ούτε και αδιάφορες ως προς τον αντίκτυπό τους στην «πραγματική» πολιτική αρένα. Οι νέες μέθοδοι ανάλυσης μεγάλων δεδομένων μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση της διαδικτυακής δράσης, αλλά και των επιδράσεων αυτής στην πολιτική συμπεριφορά.

Η Λαμπρινή Ρόρη είναι Λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Εξετερ.