«Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη» | Ομιλία του Παναγιώτη Βλάχου στην Ολομέλεια του Ιδρυτικού Συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Μας πήρε τουλάχιστον 4 με 5 χρόνια, αλλά τα καταφέραμε. Βρισκόμαστε όλοι εδώ μαζί για να δώσουμε σάρκα και οστά σε κάτι, για το οποίο έχουν παλέψει, προσπαθήσει και οραματιστεί αρκετοί άνθρωποι. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη, όπως λέει κάποιος. Ήταν δίκαιο να δημιουργηθεί ένας πολιτικός χώρος, που θα γεμίσει το πολιτικό κενό. Και ήταν δίκαιο να δημιουργηθεί επιτέλους μια μεγάλη κοινωνική συμμαχία, που θα βάλει επιτέλους μπροστά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια.

Θα έχετε δει στις οθόνες του κινητού σας ή του υπολογιστή σας, ένα βίντεο που κυκλοφορεί από χθες στο Διαδίκτυο. Δείχνει τον υπουργό μιας ευρωπαϊκής χώρας να “δικάζει” έναν επιχειρηματία σε μια επιτροπή της Βουλής και ο επιχειρηματίας να του κάνει μαθήματα πως γίνεται μια ηλεκτρονική συναλλαγή και τι είναι επιταγή. Όλα αυτά το 2018. Ο υπουργός αυτός είναι ο Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Επικοινωνιών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κυρίες και κύριοι. Αυτή είναι η κυβέρνηση που κυβερνά τη χώρα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι, που προσπαθούν να κάνουν τη μετάβασή μας από τη μνημονιακή στη μεταμνημονιακή πραγματικότητα. Και είναι αυτοί δυστυχώς που στέλνουν μήνυμα σε κάθε οικογένεια, σε κάθε πολίτη και σε κάθε νέο, τους οποίους τους θυμόμαστε μετ’ επιτάσεως κάθε φορά που κάνουμε συνέδρια, ότι δεν έχει σημασία να μπαίνεις στην πολιτική για να αλλάζεις τα πράγματα, αλλά να μπαίνει στην πολιτική για να νέμεσαι την εξουσία και να ανακυκλώνεις την παρέα σου.

Εύχομαι λοιπόν στη νέα αρχή που κάνουμε, να είμαστε όλοι παρόντες με γενναιότητα και γενναιοψυχία. Εύχομαι να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε και να είμαστε ενωμένοι για το τι έφταιξε, αλλά κυρίως για το τι πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί. Και να είμαστε ενωμένοι όχι ως ντουντούκα της Αριστεράς ή ουρά της Δεξιάς. Με το δικό μας πρόγραμμα, τους δικούς μας ανθρώπους και τη δική μας πίστη ότι οι προοδευτικοί υπάρχουν για να κάνουν τη ζωή των ανθρώπων καλύτερη, των ανθρώπων που δεν κληρονομούν, αλλά αυτών που δικαιούνται να ζουν σε μια καλύτερη πατρίδα. Ευχαριστώ πολύ, καλή μας αρχή.

Πώς θα γίνουμε πραγματικό κίνημα; | Παναγιώτης Βλάχος

Χαιρετισμός στο Φόρουμ για τη Νέα Γενιά,

Συνέδριο Κινήματος Αλλαγής, 17.03.2018

Το Φόρουμ Νέας Γενιάς έχει έναν πολύ φιλόδοξο στόχο: όχι μόνο να γίνει η ομπρέλα που θα ενώσει τις επιμέρους πολιτικές νεολαίες, αλλά ακόμη πιο σημαντικό, να εκφράσει τα πολιτικά αιτήματα της γενιάς της κρίσης, που σηκώνει ένα τεράστιο βάρος και κυρίως, τις ευθύνες μιας άλλης γενιάς

Και αυτή δεν είναι μια εύκολη αποστολή.

Από τη μία έχετε σημαντικές δυσκολίες να εκφράσετε πολιτικά μια καθημερινότητα που είναι σκληρή για τους περισσότερους συνομηλίκους σας, βαρύνεται από την οικονομική εξάρτηση από τους γονείς και τους παππούδες, τους αφορισμούς και τη μυθολογία που καλλιεργήθηκε για 9 περίπου χρόνια για το ποιος φταίει για την κοινωνική μας περιπέτεια.

Και μέσα σε αυτό το κάδρο, αρκετοί από τους νέους αποστρέφονται και τις κομματικές νεολαίες, οι οποίες θεωρούνται ως το μακρύ χέρι των κομμάτων, που θεωρούνται από τη συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας διεφθαρμένα ή ανίκανα να δώσουν λύσεις.

Από την άλλη, όπως λέει ο φιλόσοφος Μάικλ Ιγκνάτιεφ στο τελευταίο του βιβλίο – αλλά μπορεί να σας το επιβεβαιώσει και η γιαγιά μου στο Καρπενήσι – οι καθημερινές αξίες των ανθρώπων είναι διαφορετικές από αυτές που εκφράζει η πολιτική και το λεξιλόγιο του κοσμοπολιτισμού των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων” που εμείς τόσο συχνά επικαλούμαστε: στη βάση της κοινωνίας, σε κάθε τόπο, οι άνθρωποι συνεννοούνται και επικοινωνούν τις ανάγκες τους χωρίς αναγκαστικά ιδεολογική πόλωση, με βάση την εμπιστοσύνη, την αντοχή, την ανοχή και τη συγχώρεση, προσαρμόζονται, υιοθετούν καταναλωτικές συνήθειες που διαμορφώνουν τη συνείδησή τους.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι πολλές οικιακές οικονομίες, το πως τα βγάζει πέρα κάθε νοικοκυριό, πως φροντίζει τα ηλικιωμένα μέλη του, σε τι σχολείο, πανεπιστήμιο ή φροντιστήριο πάνε τα παιδιά, διαμορφώνουν την πολιτική συμπεριφορά , προσδοκίες ή τις ματαιώσεις από την πολιτική ζωή. Και όταν η πολιτική ζωή δεν ανταποκρίνεται είτε γιατί τα κόμματα είναι περίκλειστοι οργανισμοί η γιατί αποπνέουν ελιτισμό ή μιλάνε μια άλλη γλώσσα ή γιατί οι άνθρωποι στις πρώτες καρέκλες είναι οι ίδιοι για δεκαετίες, τότε οι νεότεροι αναζητούν άλλους ήρωες και μεταφέρουν τις προσδοκίες τους αλλού.

Δείτε για παράδειγμα, ότι σήμερα οι νεότεροι θα ακούσουν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον έναν επιχειρηματία, απ’ ο,τι έναν πολιτικό. Οι εκλεκτοί συνομιλητές μας σήμερα, όπως η Αίγλη, ο Μιχάλης, ο Πασχάλης, ο Δημήτρης, η Μαρία, ο Φλόρεντς, νέοι και νεότεροι που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, αλλά έχουν ‘περάσει’ και από θέσεις συμβουλευτικής ή αποφασιστικής ευθύνης στη δημόσια διοίκηση, έχουν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να σας πουν για το πως λειτουργεί η οικονομία, η γνώση, η σχέση με το κράτος, από κάποιον που περνά τη ζωή του αποκλειστικά σε μια κομματική νεολαία. Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Αν είδατε πρόσφατα στο Διαδίκτυο τον διάλογο μεταξύ του υπουργού (Υποδομών, Μεταφορών) και Επικοινωνιών με τον επιχειρηματία της πλατφόρμας μίσθωσης ταξί, της γνωστής taxibeat, όπου ο επιχειρηματίας εξηγεί στον υπουργό τι είναι ηλεκτρονική πληρωμή και επιταγή τον 21ο αιώνα, τότε καταλαβαίνετε τι εννοώ. Και δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο ίδιος υπουργός, η ίδια Διοίκηση που ευθύνεται για το ότι τη Δευτέρα που κάποιοι από εσάς θα πάτε στη δουλειά σας θα πρέπει να στηθείτε στην ουρά για να βγάλετε εισιτήριο στο μετρό, καθώς η πλειοψηφία των μηχανών αυτόματης έκδοσης είτε δεν λειτουργούν είτε θυμίζουν αργές παιχνιδομηχανές της δεκαετίας του ΄80.

Άρα η προοδευτική πολιτική έρχεται να κάνει αυτή ακριβώς τη διαμεσολάβηση: τη μικρή εμπειρία, τη μικρή ιστορία, τη ματαίωση, την επιτυχία και την οργή, να την κάνει αίτημα, σύνθημα, πρόγραμμα, πραγματικότητα, ώστε να βελτιώνεται η ζωή των ανθρώπων.

Μια ουσιαστική δουλειά για μια προοδευτική πολιτική νεολαία, για όλους εσας, είναι να χτίζει γέφυρες, ανάμεσα στις μικρές ιστορίες κάθε νέου και στα πολιτικά αιτήματα. Να πάρετε την απογοήτευση απέναντι στους θεσμούς και την ανισότητα που παράγει η σημερινή πολιτική και να την κάνετε αγώνα και διαρκή προσπάθεια.

Δυστυχώς δεν είδα στον προσυνεδριακό διάλογο νέους να ρωτάνε πως έφτασαν εδώ οι μισθοί, γιατί κάποιοι ακόμη γίνονται νέοι συνταξιούχοι, γιατί πρέπει να σε ξεφτιλίζουν στην εργασία για 300 ευρώ, γιατί δεν έχει πετρέλαιο θέρμανσης το σχολείο το χειμώνα ή γιατί δεν έχει χαρτί να εκτυπώσει ο υπάλληλος ένα πιστοποιητικό στη δημόσια υπηρεσία.

Δανειζόμενος τη σκέψη του Μαρξ, θα σας έλεγα ότι το ιστορικό υποκείμενο της ιστορίας, για να χτιστεί μια νέα ουτοπία για την πρόοδο, μια κοινωνία ισότητας, δεν είναι το προλεταριάτο, αλλά το πρεκαριάτο: όλοι εσείς που σπουδάζετε, δουλεύετε-δεν δουλεύετε, δεν ξέρετε τι θα ξημερώσει στη χώρα μας και στον κόσμο, ζείτε σε μια Ελλάδα χειρότερη από αυτή που έζησαν οι γονείς και οι μεγαλύτεροι από εσάς.

Τα αιτήματα λοιπόν είναι εκεί έξω. Και δεν αφορούν μόνο με ποιον θα κυβερνήσουμε, και ποιοι θα είναι οι υπουργοί του αύριο. Είναι ώρα να γίνουμε πραγματικό κίνημα και να πάμε να τα συναντήσουμε.

Οι τριβές στο χώρο θα υποχωρήσουν, όταν συγκρουστούμε για ιδέες και πολιτικές θέσεις, όχι για τις καρέκλες | Ομιλία του Παναγιώτη Βλάχου

“Ο πολιτικός μας χώρος κουβαλά πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Στο δρόμο όμως για το συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής, της τελευταίας μας ευκαιρίας, σας μεταφέρω την πίστη ότι οι τριβές και τα προβλήματα θα υποχωρήσουν, όταν αρχίσουμε να συγκρουόμαστε για πολιτικές και ιδέες και όχι για τις καρέκλες”, ανέφερε το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του Ποταμιού και συνυπεύθυνος για τον Προσυνεδριακό Διάλογο του ΚΙΝ.ΑΛ, Παναγιώτης Βλάχος, στην ημερίδα των PES Activists για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας στα Τρίκαλα, την Κυριακή 11 Μαρτίου.

Στην κατάμεστη αίθουσα του Μουσείου “Βασίλης Τσιτσάνης”, ο Παναγιώτης Βλάχος αναφέρθηκε στα εμπόδια που αντιμετωπίζει ο προοδευτικός χώρος στην Ευρώπη και πρότεινε μια σειρά από πολιτικές κατευθύνσεις για τη ριζική ανανέωση της κοινωνικής του βάση και του πολιτικού της προγράμματος.

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία:

“Φίλες και φίλοι,

Θεωρώ ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει μια σειρά από σοβαρά εμπόδια:

Το πρώτο αφορά στην προγραμματική της αδυναμία, που την οδηγεί να παρουσιάζεται άλλοτε ως μια πολιτική δύναμη που απλά προσπαθεί να εξανθρωπίσει, να μετριάσει τις συνέπειες του άνισου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης, με αποτέλεσμα να συνεργάζεται με συντηρητικές δυνάμεις, από τις οποίες απορροφάται ή γίνεται ουρά. Και άλλοτε να θεωρεί ότι θα ξαναβρεί τη χαμένη της ψυχή κάνοντας άγαρμπες κινήσεις προς τα Αριστερά, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμη πιο αναξιόπιστη. Θυμηθείτε για παράδειγμα τη στάση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών: στην αρχή υπερασπίστηκαν τη λιτότητα. Μας έλεγαν ‘κόψτε’, δεν έχετε εναλλακτική, ψηφίστε τα μέτρα. Μετά το τροπάριο έγινε κάτι σε ‘δίκαιη λιτότητα” και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία, παρολίγον να βγουν ανοιχτά να στηρίξουν το “Όχι” στο δημοψήφισμα.

Δεύτερο, ενώ η εκλογική της αποδυνάμωση έχει υλική/διανεμητική βάση, δηλαδή κάποιοι φτωχαίνουν ή χάνουν τις δουλειές τους και από την άλλη αντιληπτική βάση, δηλαδή τα πιο ευάλωτα στην παγκοσμιοποίηση κοινωνικά στρώματα νιώθουν ανασφάλεια ότι “έρχονται οι μετανάστες, τα ρομπότ, οι ξένοι να μας πάρουν τις δουλειές”, η σοσιαλδημοκρατία πέφτει στην παγίδα να βαφτίζει ως λαϊκισμό και αυταρχισμό κάθε διαφορετική πολιτική προτίμηση, λέγοντας ουσιαστικά στους πολίτες ότι ξαφνικά έγιναν λιγότερο δημοκράτες, δεν διαβάζουν, παραπληροφορούνται κλπ. Λες και η προπαγάνδα προσγειώθηκε στον πλανήτη το 2015 ή ήρθε με τον Τραμπ και το Brexit. Όμως στην πράξη, όλοι μας, ως ψηφοφόροι δεν ψηφίζουμε ως ακαδημαϊκοί. Ακούμε γενικές πολιτικές κατευθύνσεις και τις υιοθετούμε ή τις απορρίπτουμε. Αν όμως αυτοί που τις εκφράζουν είναι πρόσωπα ‘φορτισμένα’ με αρνητικούς συνειρμούς, τότε μάλλον το μήνυμα “καίγεται” από τον αγγελιοφόρο.

Το τρίτο αφορά στην αποξένωσή της από τη νέα γενιά, συνεπακόλουθο της δημογραφικής παρακμής, αλλά και των συμφερόντων που η ίδια υπηρετεί. Δεν είναι μυστικό ότι η σοσιαλδημοκρατία, με εξαίρεση τους Σκανδιναβούς, διευρύνει το διαγενεακό χάσμα, προστατεύει περισσότερο τους συνταξιούχους, παρά τους νεότερους, τις ευπαθεις ομάδες και όσους ζουν σε επισφάλεια, κάνοντας δυο και τρεις δουλειές, πληρώνονται μαύρα ή είναι εκτός του εργασιακού χάρτη. Και όσο οι πολιτικές προτεραιότητες στοχεύουν στους παλαιούς και παραδοσιακούς ψηφοφόρους, αυτό μοιραία θα ανακυκλώνει τα ίδια πρόσωπα στα κόμματα, θα τα κανει πιο συντηρητικά εκ των πραγμάτων και θα τα οδηγεί στον εκφυλισμό και στη μουμιοποίηση.

Τι κάνουμε λοιπόν; Μπορεί η σοσιαλδημοκρατία να γίνει μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, μιας προοδευτικής πολιτικής που δανείζεται ιδέες και  λύσεις τόσο από το κέντρο, όσο και από την αριστερά, παραμένοντας στο κέντρο των κοινωνικών ζητημάτων ή θα επιλέξει να πάει πιο αριστερά, με την αίσθηση ότι θα ξαναβρεί τη χαμένη ψυχή της αλλά με τον κίνδυνο να απορροφηθεί – ξανά – από πιο αυθεντικούς εκφραστές;

Η απάντηση είναι θέμα φιλοδοξίας, ηγεσίας, και τελικά, κοινωνικών συμμαχιών.

Αν η σοσιαλδημοκρατία θέλει να τιμήσει την ιστορική της κληρονομιά, χρειάζεται να σταματήσει να δίνει μάχες οπισθοφυλακής ή να μετατρέπεται σε κόμμα διαμαρτυρίας. Μάλλον είναι καιρός να ασχοληθεί ουσιαστικά με το εισόδημα, την εργασία, την ασφάλιση, την εκπαίδευση, την υγεία και τις  ευάλωτες ζωές των κοινωνικών ομάδων που την έχουν ανάγκη, χωρίς να γίνεται αμήχανη ουρά της συντήρησης ή ντουντούκα των νεομαρξιστών.

Ας συζητήσουμε μερικές κατευθύνσεις:

Μέχρι σήμερα, υπάρχει μια ιδιότυπη “συναίνεση” μεταξύ ευρωπαϊκής Δεξιάς και Αριστεράς: ότι κράτος και οικονομία βρίσκονται σε μια “υδραυλική σχέση” και ότι η αλλαγή της δοσολογίας (λιγότερο κράτος-περισσότερη αγορά και το αντίστροφο) είναι το βασικό σύνορο ανάμεσα στα δύο “στρατόπεδα”. Αυτή όμως η σχέση ίσχυε σε εθνικά ομοιογενείς κοινωνίες, δημογραφικά ισορροπημένες και με σταθερές θέσεις εργασίας. Τα πράγματα σήμερα είναι πιο πολύπλοκα και οι ανάγκες των ανθρώπων σύνθετες. Και χρειάζονται νέοι θεσμοί ενδιάμεσα, θεσμοί αυτονομίας, καινοτομίας και απελευθέρωσης της γνώσης και των ικανοτήτων κάθε γενιάς και κάθε ομάδας.

Οι νέοι θεσμοί πρέπει να ρυθμίζουν μια νέα σχέση κεφαλαίου – εργασίας. Από τη μία, εκδημοκρατισμός του κεφαλαίου με εναλλακτικές χρηματοδοτήσεις, στις οποίες το κράτος θα μπορεί να βάζει τους κανόνες και να κατευθύνει τις επενδύσεις στις αγορές που έχει ανάγκη η εθνική πολιτική οικονομία, πχ ταμεία συμμετοχών όπου δημόσιοι πόροι ‘μοχλεύονται’ από funds του ιδιωτικού τομέα, όπως το Equifund (του EIF) για παραγωγικές επενδύσεις στις υπηρεσίες πληροφορικής και επικοινωνίας , ειδικά συνεργατικά σχήματα κράτους-ιδιωτών-κοινωνικών οργανώσεων/ιδρυμάτων για κοινωνική εργασία και από την άλλη ενσωμάτωση της τεχνογνωσίας του κεφαλαίου σε αγαθά που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, όπως συμπράξεις δημοσίου με ιδιώτες για υψηλής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες, με ειδικές ρήτρες απασχόλησης για άνεργους και ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.

Από την άλλη το κράτος δεν μπορεί να μονοπωλήσει ούτε τη γνώση ούτε την καινοτομία που παράγεται σήμερα μέσα στις μεγάλες επιχειρήσεις και στους τεχνολογικούς κολοσσούς που λειτουργούν ως μίνι-πανεπιστήμια. Μπορεί όμως να προσαρμόσει μέσα από επιλεκτικές συνεργασίες στην έρευνα, όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης στην απαραίτητη κριτική, ευέλικτη, προσαρμοστική σκέψη, να δίνει δηλαδή δεξιότητες και όχι μόνο γνώσεις, ώστε οι πολίτες του αύριο να ανταποκρίνονται στις πολλές δουλειές που θα χρειαστεί να αλλάξουν στη ζωή τους. Από τα ‘ταλαίπωρα’ βιβλία της διδακτέας ύλης που δεν διδάσκονται ποτέ, οι μαθητές να διδάσκονται θέματα και κύκλους μαθημάτων, να συζητούν και να αναπτύσσουν την κρίση, την πρωτοβουλία, την συμμετοχή, την αλληλεγγύη μαζί με τις γνώσεις και τις δεξιότητες. Ανοίγοντας τις βιβλιοθήκες και ψηφιοποιώντας το περιεχόμενο για κάθε πολίτη.

Επίσης, να δημιουργήσει θεσμικά αντίβαρα, που από τη μία θα ενδυναμώνουν τους αποκλεισμένους και από την άλλη θα δημιουργούν αλληλεγγύη και νέες κοινωνικές ταυτότητες, δηλαδή πολίτες που θα συμμετέχουν και θα συνεργάζονται για κοινούς σκοπούς και δεν θα ιδιωτεύουν ως άχρηστοι ή απόκληροι. Είναι η ώρα που ο χώρος μας πρέπει να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή με τη φτώχεια και να συζητήσει σοβαρά θεσμούς ενεργοποίησης και στήριξης, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή να πειραματιστεί με το βασικό καθολικό μισθό, να συζητήσει για τον ελεύθερο χρόνο, τις διαφορετικές μορφές οικογένειας, να προσαρμόσει την κοινωνική ασφάλιση όχι μόνο σε όσους είναι μέσα στο σύστημα, αλλά και σε όσους το πληρώνουν και δεν θα μπορούν να το πληρώνουν με την ευέλικτη εργασία.

Φιλοδοξία μας είναι να μην κάνει κανείς τη δουλειά που θα κάνει μια μηχανή, αλλά να πολλαπλασιάσουμε τα επαγγέλματα γύρω από τις μηχανές. Να διαχειριστούμε τη μετάβαση από την προ-βιομηχανική κατάσταση στην οποία βρίσκονται εκατομμύρια συνάνθρωποί μας στη μετα-βιομηχανική εποχή με ισχυρά κοινωνικά δίκτυα και υπηρεσίες που θα επανεντάσσουν ανθρώπους στην εργασία και στην κοινωνική απασχόληση, όπως πχ τον κοινωνικό λογαριασμό ή την κοινωνική κληρονομιά.

Εκτός από την αναδιανομή μέσω της φορολογίας του πλούτου και του ελέγχου στο ανεξέλεγκτο αφορολόγητο κεφάλαιο των mega-companies και των προνομίων τους, χρειάζεται και μια προ-αναδιανομή: να εξοπλίζει δηλαδή η Πολιτεία τους ανθρώπους με προσόντα και γνώσεις, επαγγελματική εκπαίδευση, υπηρεσίες φροντίδας, ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στους χώρους εργασίας, κλπ ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά και στην εργασία και στην κοινωνική ζωή.

Να αναλάβει γενναίες πρωτοβουλίες πολιτικής και θεσμικής αποκέντρωσης, ακολουθώντας την παγκόσμια τάση της αστικοποίησης, που θα αλλάξει τελείως το χαρακτήρα της δημοκρατίας και της οικονομίας, με πόλεις-κράτη και αυτοδύναμες περιφέρειες. Αυτό θα απαιτήσει οργανωτική αποκέντρωση των κομμάτων, χωρίς απώλεια της δικτύωσης, ισχυρές τοπικές ατζέντες, εθελοντές και δίκτυα πολιτών που θα αναγνωρίζουν στο κόμμα ιδιότητες και θέσεις, που θα κάνουν τη ζωή του καλύτερη.

Και τέλος, να εντείνει την προσπάθεια για την οικονομική και πολιτική ένωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι επειδή είμαστε δεμένοι στο άρμα ενός ελιτίστικου κοσμοπολιτισμού, αλλά γιατί αρκετές από τις κοινωνικές πολιτικές που θέλουμε στην εκπαίδευση, στη δια βίου μάθηση, στα ασφαλιστικά δικαιώματα, στα εργασιακά δικαιώματα κλπ χρειάζονται συνεργασία και κατοχύρωση σε πανευρωπαϊκο επίπεδο, ώστε να κατοχυρώσουμε ελάχιστα κοινωνικά standards.

Φίλες και φίλοι,

Αυτό είναι ένα περίγραμμα θέσεων, που απαιτεί κοινωνικές συμμαχίες, αλλά και υπέρβαση της στρατευμένης πολιτικής και κοινωνικής κληρονομιάς του 20ου αιώνα, που καταδικάζει τη σοσιαλδημοκρατία να εκφράζει όλο και λιγότερους, όλο και γηραιότερους, όλο και πιο βολεμένους.

Υπάρχει ο κίνδυνος το 2019, η σοσιαλδημοκράτες να είναι τρίτη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη. Και το καμπανάκι θα ηχήσει ακόμη πιο επιτακτικά για να ανοίξουμε τους προγραμματικούς μας ορίζοντες και να δούμε τι συμμαχίες έρχονται μπροστά μας.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα παράδειγμα:

Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν είναι ένα εξωτικό φαινόμενο. Και αν στην Ελλάδα το γλιτώνουμε για την ώρα ή έχει ταβάνι, δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβεί και στις άλλες χώρες. Η επιστροφή στα εθνικά σύνορα, οι εκλογικές δικτατορίες, η γεωπολιτική αστάθεια δεν είναι μακρινά σενάρια. Και για να αποτραπεί αυτό θα χρειαστούν ίσως δυσάρεστες, αλλά αναγκαίες πολιτικές και εκλογικές συνεργασίες τόσο με τους χριστιανοδημοκράτες, όσο και με την Αριστερά, για να ανακόψουμε τον εφιάλτη που μπορεί να έρθει.

Αυτό που οι πολίτες περιμένουν από την σοσιαλδημοκρατία, είναι να ενώνει τους πολίτες σε μια πολιτική οικονομία της ανάπτυξης, όχι της άδικης λιτότητας, να σέβεται τους όρους του κοινοβουλευτισμού, να διαπραγματεύεται κοινωνικά συμφέροντα και να μην ξυπναά εμφυλιοπολεμικά και εθνικιστικά πάθη.

Στο δρόμο για το συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής, θέλω να σας μεταφέρω την πεποίθηση ότι και εμείς, ως χώρος, κουβαλάμε πολλά από τα προβλήματα που σας ανέφερα. Αλλά πιστεύω ότι οι τριβές θα υποχωρήσουν όταν αρχίσουμε να συγκρουόμαστε για πολιτικές και όχι για τις καρέκλες.”

πηγή

«Μπείτε στην πολιτική» | Ομιλία Παναγιώτη Βλάχου

Οικονομικό Φόρουμ Δελφών | 04.03.2018

Φίλες και φίλοι,

Έρχομαι σήμερα στους Δελφούς με την πολιτική και κομματική μου ιδιότητα, παρόλο που η επαγγελματική είναι ίσως πιο ενδιαφέρουσα και λιγότερο “ξενέρωτη”. Και ο λόγος που το κάνω, είναι για να προσπαθήσω να σας πείσω ότι η πολιτική δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζετε. Αφορά κανονικούς ανθρώπους. Και κυρίως, όλους εσάς και το μέλλον σας.

Κρίνοντας από τις περισσότερες εισηγήσεις, που ακούσαμε εδώ αυτό το τριήμερο, μάλλον θα πρέπει να μην είμαστε και τόσο αισιόδοξοι για το μέλλον μας στην Ελλάδα. Τα εθνικά μας θέματα είναι σε τεντωμένο σχοινί. Γερνάμε. Περίπου 3 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας είναι φτωχοί ή κοντά στο να γίνουν φτωχοί. Φανατιζόμαστε και ο διχασμός βγαίνει εύκολα “από τη ντουλάπα”. Δουλειές για τα προσόντα σας δεν υπάρχουν πολλές, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι δεν ζεις σήμερα με μια δουλειά. Παιδεία και υγεία μπαίνουν στο επίκεντρο μόνο μέσω περιστατικών βίας ή σκανδάλων. Παρότι υπάρχει κάποια βασική συμφωνία για το οικονομικό μέλλον της χώρας, αφού τα χέρια της είναι ‘δεμένα’ εξαιτίας του χρέους για τα επόμενα 40 χρόνια, βαθαίνει η λογική “για όλα φταίνε οι παλιότεροι” και το “φύγε εσύ να έρθω εγώ”, χωρίς τα κόμματα να τολμάνε – με εξαιρέσεις – να πουν αλήθειες. Τέλος, φαίνεται ότι η κρίση παραμονεύει πάλι κάπου έξω εκεί στη γωνία, αφού η επόμενη διετία επιφυλάσσει πολλές εκλογές.

Ακόμη χειρότερα, επιτρέψτε μου μια στενάχωρη παρατήρηση: ένα μέρος της ακαδημαϊκής, οικονομικής και επιστημονικής ελίτ μπαίνει στον πειρασμό να ‘διαλέξει’ στρατόπεδο στη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Υιοθετώντας βολικές απλουστεύσεις και ακόμη χειρότερα, σπρώχνοντας στην άκρη τις δικές της ευθύνες.

Εύλογα, θα απορείτε, πολλοί από εσάς: “μα καλά, αφού οι περισσότεροι από αυτούς είναι 20-30-40 χρόνια στα πράγματα, πως είναι δυνατόν να κάνουν κριτική στους άλλους και όχι στους εαυτούς τους;”

Φίλες και Φίλοι,

Όταν η χώρα μας χρεοκόπησε το 2010, οι περισσότεροι νέοι στην αίθουσα ήσαστε έφηβοι, φοιτητές, στα πρώτα επαγγελματικά σας βήματα. Στο  DNA σας κουβαλάτε την οκταετή κρίση. Όσοι είστε εδώ σήμερα, μάλλον δεν το βάλατε κάτω. Διαβάσατε, προσπαθήσατε, σπουδάζετε, κάποιοι δουλεύετε παράλληλα, κάνετε την πρακτική σας. Κάποιοι θα φύγετε για μεταπτυχιακό ή δουλειά εκτός, κάποιοι θα προσπαθήσετε να εργαστείτε μερικά χρόνια και μετά ξανά μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Ο,τιδήποτε δηλαδή για να κερδίσετε χρόνο μήπως και αλλάξουν τα πράγματα στην πατρίδα μας.

Όμως οι φίλοι σας ή γνωστοί σας, που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, έκαναν και κάνουν μεγαλύτερους συμβιβασμούς από εσάς: σε δουλειές που δεν θέλουν, σε σπίτια που δεν τους χωράνε, σε ζωές που τους στριμώχνουν. Μισό εκατομμύριο συμπολίτες σας δουλεύουν για λιγότερο από 300/μήνα εξάλλου.

Κάποιοι, σας θεωρούν ήδη μια χαμένη γενιά. Ότι δεν θα προλάβετε να σταθείτε στα πόδια σας για να δημιουργήσετε: οικογένεια, σπίτια, πολιτική, πολιτισμό, ιστορία. Ότι θα μείνετε στη σκιά της γενιάς της μεταπολίτευσης. Ότι θα την αφήσετε “να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά”, μιας και απέχετε από την πολιτική και θεωρείτε τους πολιτικούς άχρηστους, ξεπουλημένους ή στην καλύτερη περίπτωση μουσειακό υλικό, όπως το “Παλαιό ΠΑΣΟΚ το Ορθόδοξο” και άλλα τέτοια ψηφιακά φετίχ.

Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Δεν είναι όλοι έτσι. Είμαι σίγουρος ότι προβληματίζεστε από τα τάγματα εφόδου των νεοναζί, το δράμα των προσφύγων, τα ψέματα της κυβέρνησης ή τις εντολές της Τρόικας. Ζείτε τι συμβαίνει στα περισσότερα πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία, στα λεωφορεία που μπαίνετε, στις δημόσιες υπηρεσίες που περιμένετε, στο σεξισμό ή στην αγένεια που συναντάτε.

Ξέρετε ότι όλα αυτά μας αφορούν. Αλλά από που να τα πιάσουμε;. Μήπως άραγε λυθούν μόνα τους, όταν έρθει η ανάπτυξη, βγούμε από τα μνημόνια ή πιάσουμε το λαχείο; Μήπως να κοιτάξουμε τη δουλειά μας “και έχει ο θεός”; Οι πιο αλτρουιστές θεωρείτε πιο χρήσιμο να οργανωθείτε σε κάποια ΜΚΟ, σε κάποιο σύλλογο ή σε κάποια συλλογικότητα, παρά να περάσετε έστω και έξω από τα κομματικά γραφεία η να δείτε πολιτική αντιπαράθεση Βουλή. Εξάλλου φαίνεται και στις έρευνες: 9 στους 10 θεωρούν τα κόμματα διεφθαρμένα.

Σε όλο τον πλανήτη, διαπιστώνουμε καθημερινά ότι η δημοκρατία, η πρόοδος, η ανάπτυξη και όλα αυτά που συζητάμε αυτό το τριήμερο δεν είναι αυτονόητα. Ειδικά η δημοκρατία, θέλει καθημερινό πότισμα. Θέλει τις καθημερινές μας ιστορίες. Τα προβλήματά μας στο κέντρο μιας ευρύτερης συζήτησης. Θέλει να οργανώνουμε τα αιτήματα μας. Να επιλέγουμε ανθρώπους που θα μαζεύουν τα σκουπίδια, θα μας φτιάχνουν καλούς δρόμους, καλά σχολεία, νοσοκομεία και πανεπιστήμια. Αν αφήσουμε την πολιτική σε αυτούς που απλά φωνάζουν, σε αυτούς που μιλάνε μόνο ακαταλαβίστικα τεχνοκρατικά ή σε αυτούς που πάνε να μας σώσουν χωρίς να έχουν αλλάξει μυαλά, έχετε σκεφτεί, ποιος θα κάνει όλα αυτά, για τα οποία εσείς ενδιαφέρεστε;

Η Ελλάδα δεν θα γίνει ούτε πιο παραγωγική ούτε πιο ανεπτυγμένη αν η νεότερη γενιά απορρίψει την πολιτική και τις βασικές λειτουργίες της δημοκρατίας.

Πολλοί από εσάς σπουδάσατε κάποια δημόσια πολιτική ή κάποια κοινωνική επιστήμη. Σύντομα όμως ανακαλύψατε ότι όλα αυτά τα ωραία που εφαρμόζονται στην Εσθονία, στη Σουηδία, στην Πορτογαλία, στη χώρα μας είτε μένουν μισά ή χάνονται εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων, αποφάσεων, τακτικισμών.

Ξέρετε γιατί; Γιατί οι πολιτικές υποχωρούν μπροστά στην πολιτική. Γιατί η πολιτική στην Ελλάδα πιάνει ακόμη πολύ μεγαλύτερο χώρο από αυτό που της αναλογεί. Και δεν δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σταθερό έδαφος για να αναπτυχθούν και να αποδώσουν δημόσιες πολιτικές, που απαιτούν θεσμους, συνεργασία, κάποια συνεννόηση και παράδειγμα.

Σας προτείνω λοιπόν, να το ξανασκεφτείτε. Να μπείτε στην πολιτική. Να οργανωθείτε μήπως και ολοκληρωθεί κάποια δική μας μεταρρύθμιση και όχι ξένες παραγγελίες. Να διεκδικήσετε το χρόνο που σας έκλεψαν και το χώρο που δικαιούστε στις αποφάσεις που λαμβάνονται.

Αν ψάξετε, θα βρείτε ανθρώπους που μιλάνε τη γλώσσα σας. Αν δεν τη μιλάνε, πείτε τους εσείς τι πιστεύετε. Μπείτε και παλέψτε. Βάλτε τους να σκεφτούν. Πιέστε τους. Είναι απλή η λογική: η γενιά που ζει το πρόβλημα, είναι η γενιά που πρέπει να δώσει τη λύση. Αγαπήστε και πάρτε την πατρίδα πίσω από αυτούς που την χρεώνουν για δύο γενιές. Είναι άγραφος νόμος: Δικαιούστε να ζήσετε και να ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας.

“Άλλο λαϊκισμός, άλλο δημαγωγία” | Εισήγηση του Παναγιώτη Βλάχου στη συζήτηση για το “Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη”

“Είναι προβληματική η ταμπέλα “λαϊκισμός” σε ό,τι δεν είναι σύμφωνο ή δεν ευθυγραμμίζεται με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία πλειοψηφούν τα συντηρητικά κόμματα – υπέρμαχοι της λιτότητας. Είναι άλλο να συζητάμε για δημαγωγία, ψέμματα ή αθέμιτες πολιτικές πρακτικές και άλλο να αδιαφορούμε για τα αίτια που οδηγούν το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης να ψηφίζει ακροδεξιά κόμματα. Η απογοήτευση εξαιτίας της λιτότητας, της εργασιακής ανασφάλειας, της ανεργίας ή ο φόβος απέναντι σε αυτούς που “ήρθαν να μας πάρουν τις δουλειές” θέλει σε βάθος κατανόηση, όχι εύκολους αφορισμούς. Εξάλλου “λαϊκισμό” παράγουν και αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που μιλούν για τεμπέληδες ή άσωτους Νότιους ή καλλιεργούν στερεότυπα που υψώνουν τείχη δυσπιστίας ανάμεσα στους Ευρωπαίους πολίτες. Η πολιτική εμπεριέχει πάντα το λαϊκισμό, γιατί βοηθά και στην εκλαΐκευση σύνθετων εννοιών. Πολιτικό λόγο χωρίς λαϊκισμό παράγουν μόνο οι δεξαμενές σκέψεις ή Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όχι τα κόμματα”.

Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα όσων σχολίασε ο επικεφαλής της πολιτικής κίνησης “Μπροστά”, στέλεχος του “Κινήματος Αλλαγής” και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του Ποταμιού, Παναγιώτης Βλάχος στην εκδήλωση για το “Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη” που οργάνωσε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), την Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου με τίτλο “Για μια Επανεκκίνηση της Ευρώπης: Δέσμη προτάσεων για την ΕΕ 27”.

“Πολλές από τις εντάσεις που ζούμε στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανατροφοδοτούνται από τις κρίσεις στα κράτη-μέλη. Για παράδειγμα, η άνοδος της Ακροδεξιάς, που αθροίζει περίπου 16% στην Ευρώπη και συμμετέχει σε πέντε κυβερνήσεις δεν συμβαίνει σε κοινωνικό και οικονομικό κενό. Αν δει κανείς προσεκτικά που αυξάνονται οι δυνάμεις των ακροδεξιών, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία και στη Γερμανία, θα δει – χωρίς να είναι απόλυτο – ότι εκεί υπάρχει ανεργία, εργασιακή ανασφάλεια, αποβιομηχάνιση και υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών, όπως οι μεταφορές, παιδεία και υγεία. Αυτό το υπόστρωμα, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια που προκαλούν οι προσφυγικές ροές ή τα τρομοκρατικά χτυπήματα, καλλιεργούν την απόρριψη των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων, με βασικό θύμα τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα, που ήταν ο κορμός εκπροσώπησης της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Άλλωστε, η σοσιαλδημοκρατία ήταν ο βασικός διαμεσολαβητής ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό τον 20ο αιώνα, καταφέρνοντας να εισαγάγει βασικές κατακτήσεις και δικαιώματα στις εθνικές πραγματικότητες των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και να συνδιαμορφώσει την φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υποχώρηση ή ο φόβος της υποχώρησης βασικών κεκτημένων για την εργασία και το κοινωνικό κράτος, οδηγεί σε ανασφάλεια που εκμεταλλεύεται ο ακραίος και αυταρχικός λόγος. Μια παράπλευρη απώλεια της ανόδους της ακροδεξιάς, είναι ότι τα κεντροδεξιά, χριστιανοδημοκρατικά κόμματα υιοθετούν πιο ακραίες θέσεις, με αποτέλεσμα να μετατοπίζεται το πολιτικό κέντρο βάρους και να χάνεται η ευρωπαϊκή και κοινωνική αλληλεγγύη”.

Σε ο,τι αφορά το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είπε ότι η Ευρώπη των τριών ταχυτήτων, του διακυβερνητικού μοντέλου, των ‘δυο ευρώ’ δε μπορεί να πάει μακριά, για αυτό και χρειάζεται μια νέα εξισορρόπηση ανάμεσα στο ρόλο της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και την ανάκτηση των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών από τα ευρωπαϊκά όργανα (χωρίς Τρόικα) με έμφαση στον φορολογική και οικονομική ενοποίηση, τον κοινό ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό χώρο, την ψηφιακή οικονομία και τον διοικητικό εκσυγχρονισμό, την ενίσχυση της έρευνας και κυρίως, τη θέσμιση του 4ου κοινωνικού πυλώνα, ώστε να υπάρχουν κοινά κοινωνικά κριτήρια στην κοινωνική ασφάλιση, στην εργασία και στην πρόνοια ενάντια στις ανισότητες. “Ποιος άραγε μπορεί πειστικά να εξηγήσει σε έναν ηλικιωμένο συμπολίτη μας, ένα συνταξιούχο ότι πρέπει να ζει με 200 ή 300 ευρώ σύνταξη ή σε έναν νέο ότι μπορεί να ζει με μισθό 100-150 ευρώ το μήνα; Η Ευρώπη μπορεί να θεσπίσει ελάχιστα κοινωνικά κριτήρια ή να πιέσει για θεσμούς κοινωνικής συμπερίληψης, όπως έκανε, πχ, με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα” τόνισε.

Τέλος, ο Παναγιώτης Βλάχος χαρακτήρισε ως πολύ θετικές τις προτάσεις της έκθεσης για συμμετοχή εκπροσώπου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Eurogroup, ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατία και η διαφάνεια, ενώ χρειάζεται συζήτηση και παρουσία της Ελλάδας στις συζητήσεις για το μέλλον της κοινωνικής Ευρώπης, ώστε να μειωθούν τα εισοδηματικά, γενεακά, τεχνολογικά χάσματα που διαιρούν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

“Η έκθεση “Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη” είναι ένα σημαντικό κείμενο που συνθέτει και γεφυρώνει διαφορετικές απόψεις για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και ένα χρήσιμο εργαλείο πολιτικής για όσους πιστεύουν στο μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” κατέληξε στην εισήγησή του.

Η διαγενεακή δικαιοσύνη αφορά κυρίως τη μεσαία τάξη | Ομιλία του Παναγιώτη Βλάχου

Η συζήτηση για τη διαγενεακή δικαιοσύνη, τη δίκαιη μοιρασιά πόρων και ευκαιριών ανάμεσα στις γενιές, δεν είναι καινούρια. Αναφορές σε αυτήν υπάρχουν στον Επιτάφιο του Θουκυδίδη, στο Μάλθους, στο Μπερκ, στους Αμερικανούς φεντεραλιστές. Αναδεικνύεται εμφατικά ως αίτημα μετά τον πόλεμο και ταυτίζεται διαδοχικά με τα πρώτα χρόνια της ευημερίας.

Τη δεκαετία του ’60 ταυτίζεται με την αμφισβήτηση των μεγαλυτέρων με το εμβληματικό σύνθημα “μην εμπιστεύεσαι κανέναν πάνω από 30”, το οποίο στις μέρες μας ακούγεται εξωφρενικό. Τη δεκαετία του ’70 ταυτίζεται με το περιβαλλοντικό κίνημα και τη δεκαετία του ’80 πέφτει στα χέρια των Reaganomics και της Θάτσερ, όπου η εμμονή με το μικρότερο κράτος μεταφέρει τη σύγκρουση των γενεών στο τερέν των συντάξεων και τις περικοπές αυτών. Τη δεκαετία του ’90 επανέρχεται στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας ενώ τη δεκαετία του 2000 ταυτίζεται με την κρίση, την εργασιακή αβεβαιότητα των νέων, χαρακτηριστικά τα οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Σχηματικά η δυσνόητη αυτή έννοια στηρίζεται σε δύο πυλώνες: από τη μια η δικαιοσύνη, η ισότητα δηλαδή πόρων και ευκαιριών και από την άλλη η βιωσιμότητα, το ηθικό δηλαδή έρεισμα που καλεί μια γενιά να βελτιώνει ή έστω να μη χειροτερεύει τις συνθήκες ζωής που παραδίδει στην επόμενη. Σήμερα, η συζήτηση για τη διαγενεακή δικαιοσύνη δεν νοείται έξω από τη συζήτηση για τις διευρυμένες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και μας παρέχει μια επιπλέον διάσταση για να τις αντιληφθούμε καλύτερα. Για αυτό και πιστεύω ότι, υπο προϋποθέσεις, είναι ένα προοδευτικό αίτημα, καθώς μέσα στις διαγενεακές καταγράφονται έμφυλες, εισοδηματικές, κοινωνικές και εθνοτικές ανισότητες, τις οποίες δε μπορούμε πια να αγνοούμε.

Η συζήτηση για το θεμα μας σχετίζεται με τη συζήτηση για τις δημογραφικές εξελίξεις. Είναι όμως δεδομένο ότι μια γηράσκουσα κοινωνία είναι και μια διαγενεακά άδικη κοινωνία; Η γήρανση, για παράδειγμα, είναι ένα φαινόμενο με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωπες όλο και περισσότερες δυτικές κοινωνίες, άλλες πλούσιες και άλλες φτωχότερες. Είναι δύσκολο όμως να καταλογιστούν ευθύνες σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, αφού το φαινόμενο είναι πιο σύνθετο και σχετίζεται και με την ποιότητα ζωής, τις ιατρικές εξελίξεις κλπ. Όμως η κατανομή των κοινωνικών και οικονομικών πόρων, δικαιωμάτων και ευκαιριών δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, αλλά αντανακλά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογες. Μια κοινωνία μπορεί να γερνά, αλλά αυτό δε σημαίνει ταυτόχρονα ότι οι μεγαλύτεροι θα ζουν σε βάρος των νεότερων.

Μιλώντας για διαγενεακό έλλειμμα και με βάση όσα ανέφεραν και οι συνομιλητές μου σήμερα, μπορούμε να το κατηγοριοποιήσουμε ως εξής:

  • με βάση το οικολογικό αποτύπωμα: αν δηλαδή φορολογούνται οι ρυπογόνες δραστηριότητες, προάγεται η προστασία του περιβάλλοντος και η χρήση ΑΠΕ κλπ.
  • με βάση τις συνθήκες ζωής που για κάθε παιδί που γεννιέται: η ύπαρξη πολιτικών για την οικογένεια, προσχολικών δομών, η αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας κλπ
  • με βάση το δημόσιο χρέος. Εδώ δεν είναι μια θεωρητική ή μια λογιστική συζήτηση, αλλά σχετίζεται με τη δυνατότητα που εχει κάθε οικονομία να επενδύσει και να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της. Για παράδειγμα, η υπερχρέωση των δυτικών οικονομιών οδηγεί με βεβαιότητα σε περιορισμό του τραπεζικού δανεισμού, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται επιχειρήσεις και να περιορίζεται η επενδυτική ανάκαμψη.
  • με βάση τις κοινωνικές δαπάνες και κυρίως, τις συντάξεις.

Με βάση όσα συζητήθηκαν απόψε και έχουμε κατά καιρούς καταθέσει στη δημόσια συζήτηση, επιτρέψτε μου μια σειρά από διαπιστώσεις, που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε περισσότερο το φαινόμενο.

Πρώτη διαπίστωση: η διαγενεακή αδικία ή ανισότητα είναι διεθνές φαινόμενο, με έμφαση στις δυτικές χώρες.

Για να υπολογιστεί η σχέση μιας γενιάς με την άλλη, έχει δημιουργηθεί ένας δείκτης, το pro elderly bias ή αλλιώς η μεροληψία υπέρ των μεγαλυτέρων. Ο δείκτης καταγράφει τη σχέση δαπανών υπέρ της μιας σε βάρος της άλλης γενιάς. Για τους μεγαλύτερους πχ υπολογίζονται συντάξεις, επιδόματα, προνοιακές δομές ενώ για τους νέους οι δαπάνες για εκπαίδευση, έρευνα, κατάρτιση, επιχειρηματικότητα κλπ. Τι μας δείχνει αυτός ο δείκτης;

Ότι η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις πρώτες χώρες που αδικούν τους νέους τους και δεύτερη στην Ευρώπη, μετά την Πολωνία. Για κάθε ευρώ που κατανέμει στους νέους, το ελληνικό κράτος κατανέμει 7 στους μεγαλύτερους. Η σχέση δηλαδή είναι 7 προς 1. Στην Πολωνία είναι 8.6 προς 1. Στην Ιταλία, στην Τσεχία, στη Σλοβακία η σχέση είναι από 6.5 – 7 προς ένα, παρεμφερής δηλαδή με την Ελλάδα.

Δεύτερη διαπίστωση: Τόσο το βορειοευρωπαϊκό – συντηρητικό όσο και το νοτιοευρωπαϊκό – γενναιόδωρο – κοινωνικό κράτος αναπαράγουν βαθιές ανισότητες ανάμεσα στις γενιές. Βρίσκονται απέναντι στους Εσθονούς και στις Σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες υλοποιούν διαρκώς πολιτικές εξισορρόπησης της σχέσης νέων με μεγαλύτερους.

Τρίτη διαπίστωση: Η δημογραφική παρακμή δεν συνεπάγεται διαγενεακή αδικία. Για παράδειγμα, οι γερασμένες Σουηδία και Γερμανία καταγράφουν δείκτες του 3.4 προς 1, αρκετά μετριοπαθείς δηλαδή σε σχέση με την Ελλάδα και την Ιταλία (7 προς 1), που εξίσου αντιμετωπίζουν θέμα γήρανσης.

Τέταρτη διαπίστωση: Η λιτότητα υπονομεύει την αλληλεγγύη των γενεών, ως μια επιλογή πολιτικών που χειροτερεύουν τις συνθήκες ζωής της μεσαίας τάξης και των παιδιών της. Η συρρίκνωση των δαπανών για κοινωνικές υπηρεσίες, των πόρων για δημόσιες επενδύσεις ή η τραπεζική ασφυξία είναι ευθεία υπονόμευση των προοπτικών των νεότερων, για να μην αναφερθούμε στις περικοπές μισθών και συντάξεων που πλήττουν τους μεγαλύτερους. Η λιτότητα δεν κάνει διακρίσεις, αλλά μεγαλώνει το ήδη προϋπάρχον χάσμα. Έχουμε πλέον παραδείγματα τόσο από τις βαλτικές χώρες, όσο και από τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπου οι περιοριστικές πολιτικές προστάτευσαν περισσότερο πχ τους συνταξιούχους, παρά τους νέους, εργαζόμενους και άνεργους από τη φτώχεια. Υπάρχουν μελέτες, οπως πχ των Γιαννίτση – Ζωγραφάκη που καταδεικνύουν ότι όλοι χάσαμε, αλλά οι νεότεροι και επαγγελματικά ενεργοί έχασαν περισσότερο σε σχέση με τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, ειδικές επαγγελματικές ομάδες και τους συνταξιούχους.

Πέμπτη διαπίστωση: Εκεί που η διαγενεακή αδικία είναι ελεγχόμενη, διαπιστώνουμε κάποιες βασικές κατευθύνσεις πολιτικής. Δηλαδή έμφαση στην αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας και την προσχολική αγωγή, παροχή κινήτρων περίθαλψης σε άτομα τρίτης ηλικίας, προσαρμογή μικτών ασφαλιστικών συστημάτων στις δημογραφικές εξελίξεις, προσανατολισμό δημόσιων επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο (έρευνα, κατάρτιση, δεξιότητες), τη δημιουργία ειδικών καθεστώτων με τη μορφή θετικών διακρίσεων (ειδικές οικονομικές ζώνες, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, επιδότηση προσλήψεων ανέργων, εγγυήσεις νεολαίας, vouchers κ.α.). Άρα έχουμε να κάνουμε με πολιτικές επιλογές, που υπαγορεύονται από ισορροπίες πολιτικής ισχύος, συσχετισμούς, κρίσεις και κοινωνικές εντάσεις.

Έκτη διαπίστωση: Οι διαγενεακές εντάσεις χρειάζονται μεσο-μακροπρόθεσμες πολιτικές, τις οποίες δύσκολα μπορεί να υιοθετήσουν κόμματα και πολιτικοί με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές. Όπως με κυνισμό ομολογούν αρκετοί πολιτικοί, είναι προτιμότερο να ευεργετείς το ακροατήριό σου (πχ συνταξιούχοι ή ειδικές κατηγορίες επαγγελματιών) παρά να επενδύεις σε πολιτικές που θα αποδώσουν σε 5 με 10 χρόνια. Εξάλλου αν είχαν προνοήσει οι Έλληνες πολιτικοί, η κρίση δεν θα βάθαινε τόσο πολύ το χάσμα. Για αυτό και διατυπώνουν κάποιοι την άποψη ότι πρέπει να πάμε ένα βήμα πίσω: να μην αναγνωρίσουμε δηλαδή ένα τόσο σημαντικό πρωτείο στην πολιτική, αλλά να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα ισχύουν σε βάθος χρόνου και δεν θα αλλάζουν σύμφωνα με τον εκλογικό κύκλο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται προτάσεις όπως η θεσμοθέτηση ‘χρυσού συνταγματικού κανόνα” που θα περιορίζει το έλλειμμα (ορθοφιλελεύθερης λογικής), την εφαρμογή των αρχών της καλής νομοθέτησης και την εκπόνηση μελετών κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών για κάθε νομοθέτημα, τον επιφορτισμό ειδικών αρχών που θα ελέγχουν αν κάποιος νόμος φέρει δυσανάλογα βάρη εις βάρος της μιας γενιάς ή κοινωνικών ομάδων. Την πρόταση αυτή εξάλλου έχουμε υπερασπιστεί και ως πολιτική κίνηση, θεωρώντας ότι ο Συνήγορος του Πολίτη ή ειδικός συνήγορος για τη διαγενεακή αλληλεγγύη θα μπορούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή. Τέλος, υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα πρόταση, η οποία θεωρεί ότι για κάθε παιδί κάτω των 17 ετών που θα έχει ένα ζευγάρι, θα ενισχύεται με μισή ψήφο στις εκλογές, έτσι ώστε να δίνεται ένα μπόνους δημοκρατίας στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος αλλά και της διαγενεακότητας.

Έβδομη διαπίστωση: Αναφερόμαστε σε διαγενεακή δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, όχι σε διαγενεακό πόλεμο. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν εντάσεις και ανισορροπίες, αλλά το βασικό είναι να θυμόμαστε ότι ο στόχος είναι η αρμονική συνύπαρξη και το δίκαιο μέρισμα ανάμεσα στις γενιές. Μια κοινωνία της οποίας τα παιδιά μορφώνονται, σπουδάζουν, εργάζονται και παράγουν, έχει περισσότερες πιθανότητες να δίνει γενναιόδωρες συντάξεις, επιδόματα, υπηρεσίες και αξιοπρέπεια στους μεγαλύτερους. Για αυτό και αντιλήψεις ότι “θέλετε να πετάξετε τη γιαγιά στο δρόμο” κάθε φορά που επισημαίνουμε τις υπαρκτές αδικίες, εκτός από άστοχες, παραβλέπουν ότι οι μεγαλύτεροι προσπαθούν να διορθώσουν την αδικία μέσα από το στρεβλό πλαίσιο που τους παρέχει η σημερινή πολιτική οικονομία της κρίσης: με τις συντάξεις των γονιών, του παππού και της γιαγιάς συντηρείται σήμερα η μεσοαστική οικογένεια.

Συμπέρασμα;

Η διαγενεακή δικαιοσύνη είναι ένα πολιτικό αίτημα, είναι το δικαίωμα όλων να ζουν μια καλύτερη ζωή και να καρπώνονται το προϊόν του κόπου τους, να προστατεύονται στα δύσκολα και να ανεβαίνουν τη σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας.

Η διαγενεακή δικαιοσύνη δεν αφορά όσους κληρονομούν περιουσίες, αξιώματα, φήμη και μπορούν άνετα να ζουν εκτός του βεληνεκούς των δημοσίων υπηρεσιών.

Η διαγενεακή δικαιοσύνη σχετίζεται άμεσα με την προοπτική και το μέλλον της μεσαίας τάξης και προσδιορίζει τη σχέση της τελευταίας με τη δημοκρατία και την ευημερία. Αυτό που κάποιοι ορίζουν ως λαϊκισμό ή ως εκλογική έκπληξη κάθε φορά που ανοίγουν οι κάλπες στο δυτικό κόσμο, δεν είναι τίποτε άλλο από τα σπασμένα σκαλιά της κοινωνικής κινητικότητας και των φόβων που αυτά συνεπιφέρουν.

Τη διαγενεακή αλληλεγγύη την έχουν ανάγκη οι μεσαίοι και οι αδύναμοι. Όσοι βιώνουν ανισότητες μέσα στις ανισότητες, είτε είναι νέες γυναίκες εκτός εργασίας, νέοι μετανάστες σε μια χώρα χωρίς ευκαιρίες, άνεργοι 30άρηδες που εξαρτώνται από το χαρτζιλίκι του παππού, όσοι δεν μπορουν να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο της επιλογής τους ή φορολογούνται και δε μπορούν να αποταμιεύσουν και να καταναλώσουν.

Ελπίζουμε λοιπόν ότι η σημερινή εκδήλωση είναι ταυτόχρονα και ενα κάλεσμα σε όλους εσας, είτε εκπροσωπείτε κάποιο οργανισμό είτε όχι να έρθετε κοντά μας και να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, για να φτάσει το αίτημα και οι προτάσεις μας στον προθάλαμο της πολιτικής και να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων.

Η ομιλία εκφωνήθηκε στην εκδήλωση του «3D-Initiative – Δίκτυο Διαγενεακής Δικαιοσύνης»

“Θεσμοί και Πολιτικές για την Αλληλεγγύη των Γενεών” | ομιλία του Παναγιώτη Βλάχου

  1. Εισαγωγή. Εξηγώντας τη διαγενεακή αλληλεγγύη

Τρεις γενιές συγκατοικούν και μοιράζονται κάθε φορά τον πλανήτη: η ασημένια (απόμαχη), η κυρίαρχη (οι γονείς μας) και η νεότερη. Μοιράζονται το περιβάλλον, πόρους, χρέη, δικαιώματα, ευκαιρίες, δουλειές. Οι νεότεροι φροντίζουν για τους μεγαλύτερους, για παράδειγμα, με τις ασφαλιστικές τους εισφορές, χρηματοδοτώντας ως φορολογούμενοι δομές υγείας, πρόνοιας, δια βίου μάθησης κλπ. Και οι μεγαλύτεροι φροντίζουν για τους νεότερους δίνοντας τους ευκαιρίες να ζήσουν καλύτερα απο αυτούς, για παράδειγμα με καλύτερη παιδεία, λιγοτερο χρέος, καθαρό περιβάλλον, περισσότερη δημοκρατία κλπ.

Μια ωραία εικόνα αλληλεγγύης έρχεται από τις παραδόσεις μας. Παλιά οι παππούδες ή οι γονείς που ζούσαν στην ύπαιθρο φύτευαν ένα δέντρο στο γάμο τους ή όταν γεννιόταν ένα παιδί. Το δέντρο συμβόλιζε την αειφορία και τη συνέχεια της οικογένειας. Η παλαιά γενιά φυτεύει, η επόμενη χαίρεται τους καρπούς και οι μελλοντικές τον ίσκιο του δέντρου.

Αν θέλει κανείς να βρει τους σπόρους της ιδέας, ίσως να πρέπει να πάει πίσω στο Θουκυδίδη στον περίφημο Επιτάφιο, στην αισιοδοξία της Αναγέννησης, αργότερα στους Μάλθους και στον Εντμουντ Μπερκ, στους Φεντεραλιστές που έγραψαν το Σύνταγμα της Αμερικής κ.ο.κ.

Στον αιώνα μας η ιδέα αλλάζει περιεχόμενο ανά τις δεκαετίες και πυροδοτείται μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: από τη νηφαλιότητα της δεκαετίας του ’50 και της προσδοκίας για ευμάρεια, φτάνουμε στη δεκαετία του ’60 και των ξεσηκωμών με το περίφημο σύνθημα “μην εμπιστεύεσαι κανέναν πάνω από 30!”

Τη δεκαετία του ’70 η αλληλεγγύη των γενεών ταυτίζεται κυρίως με το περιβαλλοντικό κίνημα αλλά και με το τέλος της μεταπολεμικής ανάπτυξης (πετρελαϊκή κρίση), ενώ τη δεκαετία του ’80 μπαίνει στη συζήτηση το θέμα των συντάξεων και του κράτους πρόνοιας, κυρίως από τους νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι θεωρούσαν το κοινωνικό κράτος φιλοδώρημα ή βαρίδι στον κεντρικό προϋπολογισμό.

Τη δεκαετία του ’90 η αειφορία μπαίνει στο λεξιλόγιο όσων σχεδιάζουν δημόσιες πολιτικές εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ενώ τη δεκαετία του 2000 επέστρεψε ξανά για να περιγράψει την εποχή της διακινδύνευσης (Ulrich Beck), που εκφράστηκε με τραγικο τρόπο στην τραπεζική κρίση που μετατράπηκε σε κρίση χρέους και αργότερα ύφεση στην Ευρωπη. Σήμερα την αντιμετωπίζουμε στο πλαίσιο των διευρυμένων ανισοτήτων που καταγράφονται στο βόρειο ημισφαίριο και την βλέπουμε πια να αποτελεί κεντρικό θέμα σε ομιλίες πολιτικών αλλά και ερευνών που γίνονται από γνωστά ινστιτούτα και ερευνητικά κέντρα.

Πώς μεταφράζεται πρακτικά η διαγενεακή δικαιοσύνη; Είναι μια κινητικότητα προς τα πάνω που θα έλεγε κανείς, μια δυνατότητα για τους νέους να ζήσουν καλύτερα από τους γονείς ή ένα φρένο στους γονείς να μη χειροτερέψουν τον κόσμο για τα παιδιά τους.

Μοιαζει με μια ηθική παρότρυνση, η οποία όμως σταδιακά απέκτησε θεσμικό, συνταγματικό και πολιτικό περιεχόμενο, αφού σήμερα γνωρίζουμε ολοι ότι μια γενια δεν μοιράζεται απλά την ηλικία ή τα καταναλωτικά αγαθά, αλλά και ένα σύνολο συνθηκών που προσδιορίζουν την ταυτότητά της. Έτσι τη δεκαετία του 2000 εμφανίστηκαν τα πρώτα κινήματα στην Ευρώπη (mileristas, iPods) και στην Ελλάδα (G700) οι οποίοι συνόψισαν το αίτημά τους στη φράση: είμαστε μορφωμένοι αλλά υποπληρωμένοι, συχνά ανασφάλιστοι, ζουμε σε επισφάλεια.

  1. Η διαγενεακή αδικία στην Ελλάδα

Σε μια χώρα όπου κανείς δεν προέβλεψε καν την κρίση, η συζήτηση για το διαγενεακό συμβόλαιο ήταν πολυτέλεια, ακόμη και όταν ο Μίμης Ανδρουλάκης έγραψε το βιβλίο “Βαμπιρ και Καννίβαλοι”, ή μερικοί ακαδημαϊκοί προσπάθησαν να το αναμοχλεύσουν. Για να είμαστε όμως ρεαλιστές, επειδή το θέμα δεν προσφέρεται για εκλογική κατανάλωση – ποιος ζει ποιος πεθαίνει να δει αλλαγές που αλλάζουν τους συσχετισμούς ανάμεσα στις γενιές μετά απο δεκαετίες – η κρίση επιτάχυνε την αδικία και έφερε σήμερα τη γενιά της Χιλιετίας κυριολεκτικά στον τοίχο.

Σήμερα μιλάμε για διαγενεακή αδικία γιατι η συντριπτική πλειοψηφία των νεότερων δεν έχει πιθανότητες να ζήσει καλύτερα από τους γονείς της. Τρέμουμε στην ιδέα της  απόκτησης ή κληρονομιάς καποιας ιδιοκτησίας. Ενδεικτικός  και τραγικός συνάμα δείκτης αυτού που συμβαίνει στη χώρα είναι ότι οι αποποιήσεις κληρονομιας: οι μισοί δεν θέλουν να φορτωθούν ΕΝΦΙΑ και βάρη, οι άλλοι αποποιούνται για να περάσει η περιουσία απευθείας στα εγγόνια, χωρίς να πληρώσουν φόροι! Το 2016 οι αποποιήσεις ήταν περίπου 60.000, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2017 έχουν τριπλασιαστεί.

Σύμφωνα με έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Διαγενεακού Ινστιτούτου και του Ιδρύματος Bertelsmann, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη διαγενεακή αδικία στην Ευρώπη. Έχει υπολογιστεί ότι το ελληνικό κράτος ξοδεύει εφτά φορές περισσότερα για τους γηραιότερους από ότι για τους νεότερους. Το δημογραφικό ζήτημα είναι πηγή και αιτία συνάμα του προβλήματος. Μέχρι το 2021 θα βρίσκεται στα όρια συνταξιοδότησης ένας στους τέσσερις Ελληνες, ενώ οι τάσεις για μικρότερες οικογένειες, συμβίωση, λιγότερους γάμους, περισσότερα διαζύγια, η ραγδαία μείωση αποταμιεύσεων μειώνουν την ενδο–οικογενειακή αλληλεγγύη.

Ωραία όλα αυτά, αλλά ποια εργαλεία έχουμε στη διάθεσή μας για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο;

Οι προσεγγίσεις ποικίλουν. Από τη μία υπάρχει η θεσμική προσέγγιση, αυτή που λέει ότι νομοθετούμε και κατοχυρώνουμε την αλληλεγγύη των γενεών σε νόμους και Συντάγματα, υποχρεώνουμε δηλαδή το νομοθέτη, την εκτελεστική εξουσία και τον δικαστή να βάλει ‘φρένο’ σε δημόσιες πολιτικές που επιβαρύνουν υπέρμετρα τους νεότερους. Από την άλλη, υποστηρίζεται ότι κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να διαμορφώνει η ίδια τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θέλει να ζήσει – κάτι που ταιριάζει περισσότερο στον εγωισμό της γενιάς της Μεταπολίτευσης ή του Πολυτεχνείου, για να γίνουμε και πιο οξείς πολιτικά.

  1. Η αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης στα Συντάγματα

Ας δούμε πρώτα τη θεσμική προσέγγιση.

Από τη φύση τους τα Συντάγματα είναι διαγενεακά μανιφέστα. Προσπαθούν να ενσωματώσουν αξίες και κανόνες που θα οδηγήσουν μια Πολιτεία στο αύριο. Συνήθως οι ‘επόμενες’ ή ‘μελλοντικές γενιές’ κατοχυρώνονται με ρήτρες, ώστε να καθοδηγούν τις αποφάσεις του νομοθέτη, της εκτελεστικής εξουσίας και των δικαστηρίων.

Σε κάποια Συντάγματα οι ρήτρες είναι γενικές, όπως πχ στην Πολωνία, στην Τσεχία, την Ουκρανία και στην Ελβετία, όπου το Σύνταγμα αναφέρεται ‘στην ευθύνη για τις επόμενες γενιές”.

Στα περισσότερα Συντάγματα οι ρήτρες είναι ‘οικολογικές’ και συνδέονται με την βιώσιμη ανάπτυξη (Φινλανδία, Γερμανία, Βραζιλία, Γαλλία και Ελλάδα).

Μια τρίτη κατηγορία ειναι οι δημοσιονομικές ρήτρες ή αλλιώς ‘fiscal rules’ (Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λετονία, Σλοβακία) που προβλέπουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, κυρίως σε κράτη–μέλη της ευρωζώνης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η ρήτρα πηγάζει από την ορθοφιλελεύθερη παράδοση και τις μετακομμουνιστικές κοινωνίες της Βαλτικής, που βίωσαν πρώτες τη μέγγενη του ΔΝΤ και της λιτότητας, πριν η κρίση φτάσει στον ευρωπαϊκο Νότο.

Στο ελληνικό Σύνταγμα, η μονη διαγενεακή αναφορά βρίσκεται στο άρθρο 24 και στην αρχή της αειφορίας. Δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανεις ότι αυτή η ρήτρα αγγίζει το πεδιο των οικονομικών σχέσεων, των κοινωνικών παροχών, την εργασία, τη δημοκρατική συμμετοχή.

Εδώ και μήνες, ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για το Σύνταγμα. Το καλοκαίρι μπήκε στο δημόσιο διάλογο η πρόταση Αλιβιζάτου και άλλων, ενώ πρόσφατα της Επιτροπής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Προφανώς ο προοδευτικός χώρος δεν πρέπει να σιωπά ή να σνομπάρει τον διάλογο και να κρύβεται πίσω από μαυρο–ασπρες και μανιχαϊστικές λογικές.

Ως “Μπροστά” και κληρονόμοι με κάποιο τρόπο του ακτιβισμού των “G700” βάλαμε τη διαγενεακή ατζέντα στις εκλογές του 2015 μέσω της συνεργασίας μας με το Ποτάμι, ενώ προτείναμε στο άρθρο 3 παρ. 2 της πρότασης Αλιβιζάτου να προστεθεί ρητή αναφορά στις γενιές, ώστε να αναγράφεται ότι “επιτρέπεται η λήψη μέτρων για την προώθηση της ισότητας, ιδίως μεταξύ γυναικών και ανδρών και μεταξύ των γενεών για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη..

Μια άλλη προσθήκη, πάλι με τη μορφή ρήτρας είναι δυνατή στο άρθρο 18 περί κοινωνικού κράτους και ιδιαίτερα στην παράγραφο 5, ώστε να αναγράφεται ότι “το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωσης του χρέους της κοινωνικής, διαγενεακής και εθνικής αλληλεγγύης” (ιδιαίτερα στο πλαίσιο της πραγμάτωσης του κοινωνικού κράτους και της υποχρέωσης του να σχεδιάζει και να εφαρμόζει δημογραφική πολιτική).

  1. Σύνταγμα ή πρωτείο της πολιτικής;

Όμως αρκεί το Σύνταγμα; Η συνταγματοποίηση ενός τέτοιου αιτήματος δέχεται κριτική.  Κάποιοι θεωρούν ότι ο στόχος πρέπει να επιτυγχάνεται με πολιτικές και όχι με νομικα μέσα. Πέρα από το βολονταρισμό μιας τέτοιας προσέγγιησης, κρύβεται και μια ρεαλιστική παραδοχή: σπάνια οι πολιτικοί βλέπουν πέρα από την εκλογική τους θητεία, ενώ στην πράξη αποδεικνύεται ότι οι ρήτρες δεν είναι δεσμευτικές, αφού δεν δημιουργούν δικαίωμα που να μπορεί να επικαλεστεί ο πολίτης στο δικαστήριο.

Για αυτό και στην Ουγγαρία, στην Ολλανδία και στο Ισραήλ δημιουργήθηκαν ειδικά όργανα, συνήγοροι και επιτροπές, που συμβουλεύουν και νουθετούν τις κυβερνήσεις και τα Κοινοβούλια, ενώ στη Γερμανία και στην Αγγλία υπάρχου ινστιτούτα και ιδρύματα που υπολογίζουν τη θέση της νεότερης γενιάς σε σύγκριση με τη μεγαλύτερη.

Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο σε ένα δυναμικό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον να επιβάλλει μια γενιά κανόνες στις υπόλοιπες ή να επιβάλει το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα νομοθετεί η επόμενη γενιά. Από την άλλη όμως η συνταγματική κατοχύρωση της διαγενεακής αλληλεγγύης θα περιορίσει τη ‘γενεακή κυριαρχία’ και θα αποτρέπει τη λεηλασία των πόρων και των ευκαιριών από τη μια γενια εις βάρος της επόμενης, με τις αντίστοιχες εξαιρέσεις σε περιόδους κρίσης, πολέμων, ανθρωπιστικών και περιβαλλοντικών καταστροφών. Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε λιγότερο από μια δεκαετία για να υποθηκευτεί το μέλλον δυο γενεών στην Ελλάδα.

Ακόμη και αν οι ρήτρες λειτουργήσουν ως παρότρυνση, εξασφαλίζουν ένα πιο ευνοϊκό θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορουν να λειτουργήσουν θεσμοί και όργανα που θα εξετάζουν και θα γνωμοδοτούν για τις αντίστοιχες δημόσιες πολιτικές.

Προς μια τέτοια κατεύθυνση ως Μπροστά έχουμε εισηγηθεί πχ, η σημερινή Γραμματεία Νέας Γενιάς θα μπορούσε να μετατραπεί σε Διαγενεακής Αλληλεγγύης, να συσταθεί ειδική κοινοβουλευτική Επιτροπή ή να προβλεφθεί Συνήγορος Διαγενεακής Ισότητας.

Αν ο νομοθέτης λάβει υπόψιν του τις πιεστικές δημογραφικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της σημερινής Ελλάδας, το νέο Σύνταγμα οφείλει να είναι η θεσμική πλατφόρμα προς μια ανοιχτή, αλληλέγγυα και δίκαιη κοινωνία.

Αλλά αυτό δεν αρκεί – χρειάζονται και πιο γρήγορα αντανακλαστικά και προτάσεις πολιτικής. Θα αναφέρω μερικές με τίτλους, γιατί είμαι βέβαιος ότι οι επόμενοι ομιλητές θα πουν περισσότερα:

νέο ασφαλιστικό σύστημα στα πρότυπα της Δανίας (μικτό, ανταποδοτικό, με ισορροπία βιωσιμότητας δικαιοσύνης αποτελεσματικότητας υπηρεσιών)

επέκταση των Εγγυήσεων Νεολαίας της Ευρωπαϊκής Επιτροής

  • αύξηση και επέκταση (και όχι μείωση που προβλέπει το νέο μνημόνιο) του επιδόματος ανεργίας
  • αρνητικός φόρος εισοδήματος ή πίστωση φόρου για δεδουλευμένο εισόδημα (διαγενεακό εργαλείο)
  • βασικό καθολικό εισόδημα
  • κοινωνικός λογαριασμός και προφίλ ασφαλισμένου
  • έμφαση στην προσχολική εκπαίδευση
  • ποσόστωση συμμετοχής νέων στα κομματικά ψηφοδέλτια
  • να ενεργοποιηθούμε φυσικά και οι πολίτες, οι ερευνητικοί φορείς, οι κοινωνικοί εταίροι: να δημιουργήσουμε ένα φορέα ή ένα δίκτυο που θα δημοσιοποιεί το δείκτη «διαγενεακής δικαιοσύνης» που θα υπολογίζεται με στοιχεία γύρω από τους δείκτες ανεργίας, την απόκτηση πρώτης κατοικίας, τις δαπάνες για συντάξεις, το δημόσιο χρέος, τη δημοκρατική συμμετοχή, την υγεία, το εισόδημα, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και την εκπαίδευση κάθε γενιάς, θα αποτελούσε ‘πυξίδα’ για την άσκηση πολιτικής.
  1. Πολιτική ατζέντα ή ηθική προτροπή;

Η διαγενεακή ατζέντα δεν έχει μόνο ηθική διάσταση. Δεν είναι ένα απολίτικο αίτημα. Είναι μια προοδευτική ατζέντα που ανασυνθέτει τον πολιτικό φιλελευθερισμό και τις κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι διαρκώς μεταρρυθμιστική, στοχεύει στην δημιουργία οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών πλεονασμάτων, υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα με στόχο να αμβλύνει τη μυωπική και καταχρηστική άσκηση της δημόσιας πολιτικης. Καλεί νομοθέτες, πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, επιχειρήσεις, συνδικάτα και πολίτες να δημιουργήσουν γέφυρες συνεργασίας και να αναβαθμίσουν τον κοινωνικό διάλογο.

Δυστυχώς όμως, υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις που “θολώνουν” την ουσία στη δημόσια συζήτηση. Για παράδειγμα, αν στο ασφαλιστικό μιλήσεις για μείωση των εισφορών, ώστε τα νέα παιδιά να βρίσκουν πιο εύκολα δουλειά, αμέσως θα ακούσεις ότι “θες να ρίξεις τη γιαγια και τον παππού στο δρομο”. Αυτή τη στιγμή όμως, όπως ζει σε μια οικογένεια με παππούδες και γιαγιάδες, θα δει ότι η πενιχρή σύνταξη πάλι στα εγγονια και στα παιδιά επιστρέφει. Οι σταθεροί χρηματοδότες του οικογενειακού προϋπολογισμού δεν ειναι ουτε η κυρίαρχη, ουτε η νέα γενιά, αλλά η ασημένια γενιά: αυτό δείχνει πόσο στρεβλά χρησιμοποιείται η σύνταξη, αντί να υπάρχουν επιδόματα και υπηρεσίες – και φυσικά δουλειές –  για κάθε ηλικιακό γκρουπ, που θα εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή.

Αυτό που δεν θα ακούσετε από τη νεομαρξιστική Αριστερά  – και σε καμία περίπτωση από τη Δεξιά – είναι πως σε κοινωνίες που γερνάνε και αρκετοί πλέον θα δουλεύουν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, τα μέσα να εξασφαλίσεις την αλληλεγγύη των γενεών μέσα από τα ασφαλιστικά ταμεία, την φορολόγηση και την εργασία θέλουν άλλη προσέγγιση. Με την προοδευτική φορολόγηση, στην πράξη, δεν υπάρχει όριο στον παραλογισμό. Το ζούμε εξάλλου με τη σημερινή κυβέρνηση. Οι συντάξεις πληρώνονται με έκτακτα ρεσάλτο στον κεντρικό προϋπολογισμό, αφαιρώντας πόρους από την εκπαίδευση, την υγεία, τις επενδύσεις.

Με το υπάρχον σύστημα θα καταδικαστεί σε εξαθλίωση η τρίτη ηλικία και σε έξωση η νεότερη με θλιβερούς μισθούς, χωρίς προοπτική, που δεν θα πληρώνει και θα βλέπει τον υπόλοιπο κόσμο με κατάθλιψη μέσα από την οθόνη ενός κινητού ή ενός τάμπλετ.

  1. Εντάσσοντας τη Διαγενεακή Αλληλεγγύη στην προοδευτική ατζέντα

Μιλώντας για αλληλεγγύη δεν αναφερόμαστε σε κάποιο ‘πόλεμο’ ή διαίρεση ανάμεσα στις γενιές. Όμως δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι η ένταση θα αυξηθεί αν το πρεκαριάτο μεγαλώσει και οι νέοι πορεύονται ανάλογα με αυτά που κληρονομούν και όχι αυτά που κερδίζουν στην πορεία της ζωής τους. Η πρόκληση για τους προοδευτικούς, για τη σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά που επιζητά την κοινωνική και οικονομική διόρθωση με δικαιοσύνη, είναι να αυξήσει γρήγορα την παραγωγικότητα των νέων ανθρώπων, εφοδιάζοντάς τους με γνώσεις, εμπειρίες, καινοτόμο τρόπο σκέψης και ανάλυσης, δυνατότητες αλλά και κίνητρα για να μπορεί να διαθέτει την εργασία του πιο ακριβά.

Από τη φορολόγηση, μέχρι την ασφάλιση, την εκπαίδευση, την υγεία, ακόμη και την κοινωνική εργασία, οι προοδευτικοί χρειάζεται να χτίσουμε μια νέα ταυτότητα για τον πολίτη του 21ου αιώνα, που δεν θα τον περιορίζει και δεν θα τον προσδιορίζει το επίδομα ή ο μισθός, αλλα η δυνατότητά του να παζαρεύει ακριβά στην αγορά εργασίας τις γνώσεις του, να ευημερεί και να διεκδικεί δημόσια αξιώματα, να είναι ενεργός αν το επιθυμεί, να έχει πρόσβαση στην πληροφορία και να χειρίζεται την τεχνολογία χωρίς περιορισμούς.

Ενας στους πέντε Έλληνες είναι σήμερα ανω των 65 ετών. Το 2060 θα είναι ένας στους τρεις και η Ελλάδα θα μετρά μόλις οκτώμιση εκατομμύρια κατοίκους. Μια χώρα που γερνά σε ηλικία, γερνά και σε ιδέες: το παράδοξο των σημερινών παιδιών που μεγαλώνουν δίπλα στους γονείς τους ειναι να καταλάβουν ότι ο προορισμός και τα θέλω τους είναι διαφορετικός και ότι τα εφόδια που παίρνουν από τις προσπάθειες των γονιών τους πρέπει να τα αξιοποιήσουν διαφορετικά, ανοίγοντας το μυαλό και τις γνώσεις τους και αγωνιζόμενα να φέρουν στη δημόσια συζήτηση τις δικές τους διεκδικήσεις και όχι τα συνθήματα, τα παράπονα και τα θέλω των γονιών τους.

Αυτό είναι για μένα μια νέα θεολογία της πολιτικής, αυτή που ενέπνευσε τους μαρξιστές και φιλελεύθερους τον 19ο αιώνα, αυτή που μπορεί σήμερα να εμπνεύσει το πρεκαριάτο και όσους ζουν χειρότερα από αυτό που θα ήθελαν να έχουν:  πέρα από τη γραφειοκρατική ή την πεζοδρομιακή διάλεκτο της σημερινής πολιτικής, μπορούμε να ρίξουμε τα τείχη που χωρίζουν τις δυνατότητες των σημερινών νέων από μια καλύτερη ζωή και τουλάχιστον – όχι χειρότερη από αυτή των γονιών τους. Για να γίνει αυτό θέλουμε μια πολιτική σύγκρουση. Και αυτή θα γίνει με οικονομικούς, πολιτικούς και –  είτε το θέλουμε είτε όχι – και με γενεακούς όρους.

πηγή

Η κοινωνικοποίηση της καινοτομίας ως απάντηση στην ανισότητα | Π. Βλάχος στο Delphi Economic Forum

 

“Αυτή δεν είναι μια μελέτη ή μια κριτική στην κυβέρνηση. Είναι μια προβολή στο μέλλον, ένα νέο αφήγημα για τη μελλοντική Ελλάδα, όπως άλλωστε είναι και το θέμα της συζήτησής μας. Είναι ουσιαστικά μια άσκηση, μια μπαλιά στο μέλλον, για να δοκιμάσουμε να σκεφτούμε και να συζητήσουμε σε ένα άλλο γήπεδο.

Αντίθετα με όσα λέγονται, η εποχή ανατροπών, ανασφάλειας και κινδύνων που ζούμε, δεν ειναι μια ιστορική ανωμαλία ή μια εξαίρεση. Μετά από μια σχετικά ομαλή περίοδο 30 χρόνων όπου οι δημοκρατικοι και οικονομικοι θεσμοί συντονίστηκαν και παρήγαγαν πλούτο και δυνατότητες, επανερχόμαστε στην ιστορική κανονικότητα: αστάθεια, έριδες, εντάσεις, ανατροπές είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα μάθουμε ξανά να ζούμε, όπως έγραψε και ο ιστορικός Αλεν Ντε Μποτόν.

Η Ελλάδα δεν είναι μια υποσημείωση ή μια διαρκής εξαίρεση, όπως θέλουμε να νομίζουμε. Δεν είμαστε οι μόνοι που νιώθουμε ότι διαρκώς κάποιος μας τραβά το χαλι κάτω από τα πόδια, που τσιμπιόμαστε αν αυτό που βλέπουμε είναι επιθεώρηση ή πολιτικές ειδήσεις. Δεν είμαστε οι μόνοι που ζουν ένα μεγάλο χάσμα πλούτου και ευκαιριών ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, σε γυναίκες και άντρες, σε ντόπιους και αλλοδαπούς. Δεν είμαστε η μόνη κοινωνία που αλλάζει σύνθεση γιατί γερνάει και σύσταση γιατί θα μάθει να ζει με τους ξένους του σήμερα. Είμαστε άλλη μια ευρωπαϊκή, δυτική κοινωνία που ακούει ότι μεταρρυθμίζεται και σταδιακά αναπτύσσεται. Όμως η αίσθησή μας είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει ή καλύτερα – δεν αφορά όλους.

Παρά τα στοιχεία που δείχνουν μια αργή μείωση της ανεργίας, λίγοι δίνουν έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εργασίας. Part-time, εποχιακοί, ανασφάλιστοι, εγκλωβισμένοι νέοι των 300 και 400 ευρώ δουλεύουν σε καφετέριες, ξενοδοχεία, ντελίβερι, εστιατόρια, σε δουλειές που σχεδόν κανείς από όσους είναι σήμερα εδώ δεν θα έκανε. Η περιστασιακή ή μερική απασχόληση γίνεται κανόνας στην Ευρώπη, ενώ όσοι σας πουν ότι είναι από επιλογή, να τους πείτε ότι το 2015 περίπου 7 στους 10 μερικώς απασχολούμενοι δεν είχαν άλλη επιλογή. Αν δείτε τα ποσοστά της μερικής απασχόλησης στις γυναίκες είναι τριπλάσια σε σχέση με των ανδρών.

Έχουμε συντάξεις που μειώνονται, κυρίως εξαιτίας της ανεργίας και της γήρανσης, ενώ οι υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας μοιραία ακριβαίνουν.

Έχουμε φοιτητές με ακριβά πτυχία στην κορνίζα, αλλά με μηδενικό αντικρισμα στην αγορά εργασίας, άρα επιλέγουν να πάνε σε άλλη χώρα. Έχουμε εργαζόμενους στην παλιά μεταποίηση ή στο λιανεμπόριο που χάνουν εξαιτίας της φυγής επιχειρήσεων ή κεφαλαίων, του μικρού μεγέθους που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τους μεγάλους, την έλλειψη πόρων για εκσυγχρονισμό και έρευνα

Έχουμε επιχειρήσεις που θα χάσουν σε όλα τα στάδια – από την παραγωγή και τα δίκτυα διανομής μέχρι τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ – αν δεν αυτοματοποιήσουν ή ψηφιοποιήσουν τις υπηρεσιες τους ή αν δεν συνεργαστούν ή απλά, δεν μεγαλώσουν.

Τέλος έχουμε ένα Δημόσιο που παράγει και παρέχει μέτριες έως κακές υπηρεσίες της δεκαετίας του ’50, αδυνατεί να σχεδιάσει πολιτικές, να σκεφτεί, να επινοήσει, να εξυπηρετήσει. Με μια εξαίρεση: καινοτομεί μόνο για να μαζέψει φόρους!

Στην περίπτωση λοιπόν της Ελλάδας ζούμε μια πολιτική οικονομία της κρίσης – μια οικονομία σε καιρό πολέμου: 40% μικρότερο ΑΕΠ, εξτρεμισμός στους φόρους, διαρκείς περικοπές, ανεργία στα ύψη, επισφάλεια σε όλες τις μορφές της, απώλεια ανθρώπινου και οικονομικού κεφαλαίου, διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα και στις γενιές, μείωση του κόστους εργασίας και πτώση της παραγωγικότητας του ανθρώπινου δυναμικού, μετάβαση σε θέσεις εργασίας, που δεν απαιτουν εξειδίκευση και πάει λέγοντας. Αν το 2030 η μέση ηλικία θα είναι τα 51 έτη, καταλαβαίνουμε όλοι τι μας περιμένει.

Με λίγα λόγια, συμμετέχουμε σε μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που έχει στόχο την ανάπτυξη, που με τη σειρά της έχει στοχο να χτίσει θεσμούς. Αλλά τελικά τους χτίζει αφήνοντας έξω τους πολλούς. Αυτό είναι το τείχος που προκαλεί ανασφάλεια, θυμό, αμφισβήτηση στο σημερινό δυτικό κόσμο. Είναι το τείχος που χωρίζει όσους δανείζουν με αυτούς που δανείζονται. Αυτούς που καινοτομούν με αυτούς που επαναλαμβάνουν όσα γνωρίζουν. Αυτούς που εξάγουν με αυτούς που εισάγουν. Αυτούς που ταξιδεύουν, παράγουν, μορφώνονται, έχουν επαγγελματικές επιλογές με αυτούς που χάνουν τη μόνη σταθερή δουλειά που ξέρουν, δουλεύουν για λίγα χρήματα πολλές ώρες, νιώθουν φόβο και ανασφάλεια για το νέο, το ξένο και το διαφορετικό. Αυτούς που θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους με αυτούς που ζουν και θα ζήσουν χειρότερα από τους δικούς τους.

Κάπως έτσι ζυμώθηκαν οι δημοκρατίες της απογοήτευσης, της μικρής συμμετοχής, της χαμηλής έντασης. Κάπως έτσι κάποιοι αυταρχικοί και ακροδεξιοί τυχοδιώκτες βρίσκουν την ευκαιρία και χακάρουν το σύστημα, όντες οι ίδιοι μια χυδαία εκδοχή του συστήματος.

Όμως ακούει κανείς αρκετούς Ευρωπαίους αξιωματούχους, πολιτικούς και αρκετούς ‘μεταρρυθμιστές’ και προκαλεί εντύπωση ότι αρνούμαστε ακόμη να δούμε ότι η μετα-λιτότητα διαιρεί τις κοινωνίες στο εσωτερικό τους, τα κράτη και τις επιχειρήσεις μεταξύ τους. Είναι οι πολιτικές που φέρνουν τη Λεπέν και το Βίλντερς, όχι οι ψευδαισθήσεις και η μετα-αλήθεια.

Και όχι μόνο. Συνεχίζουμε να κάνουμε σήμερα, αυτό που κάναμε όταν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Χωρίς πολλές διαφοροποιήσεις, στην Ευρώπη έχει επικρατήσει το λεγόμενο “υδραυλικό μοντέλο” μεταξύ κράτους και αγοράς. Δεν θα δείτε μεγάλες διαφορές αυτής της αντίληψης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αφού οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες του σήμερα ήταν κάποτε μαρξιστές. Τι μας λέει η κληρονομιά αυτού του συμβιβασμού που επιτρέπει στο κράτος να παρεμβαίνει νομοθετικά στην οικονομία; Ότι αρκεί να ρυθμίσουμε τη σχέση μεταξύ τους με αυξομειώσεις. Περισσότερο κράτος – λιγότερη αγορά λέει η Αριστερά, περισσότερη αγορά – λιγότερο κράτος λέει η Δεξιά. Και στο πλαίσιο αυτό η αντιμετώπιση των ανισοτήτων γίνεται απλά ένα ζήτημα αναδρομικής προοδευτικής φορολόγησης και δημοσίων δαπανών ή αντικυκλικών πολιτικών με επιδοματα-φιλοδωρήματα.

Εκεί δεν υπάρχει όριο. Μπορείς να φορολογείς τα πάντα και τους πάντες. Αρκεί να υπάρχει πλούτος, αλλά να υπάρχουν και εργαζόμενοι. Σε κοινωνίες συνταξιούχων όμως, όπου οι εργαζόμενοι λιγοστεύουν, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν, μειώνεται η παραγωγικότητα κάθε ατόμου, η εργασία γίνεται ακριβή και το κεφάλαιο φθηνό, πως είναι δυνατό να επιβιώσει αυτό το μοντέλο; Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί. Και αν συνεχιστεί για πολύ, τότε οδηγεί σε ύφεση, φτώχεια, κοινωνική σύγκρουση, ηττημένες κοινωνικές ομάδες και χαμένες γενιές.

Ποιο μπορεί λοιπόν να ειναι το κάλεσμα, η πρόκληση, αλλά και το αφήγημα για την Ελλάδα και την Ευρώπη της ερχόμενης δεκαετίας; Δε μπορει να είναι άλλο από το ρίξιμο αυτού του τείχους, που κρατά έξω απο τη σύγχρονη οικονομία, τη γνωση, τη συμμετοχή, την εργασία ένα τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο – νεότερο και ηλικιωμένο.

Και για να πέσει αυτό το τείχος χρειάζεται μια νέα σχέση ανάμεσα σε όλους μας, πολιτικούς, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες, ακτιβιστές που βασίζεται στην πρωτοβουλία και στην απελευθέρωση της δυνατότητας κάθε ανθρώπου, όχι απλά να γίνει ίσος, αλλά να γίνει κάτι μεγαλύτερο από αυτό που του όρισε η μοίρα, η θρησκεία, η καταγωγή, το εισόδημα. Αυτή ήταν εξάλλου και η ουσία των δύο μεγαλύτερων πολιτικών “θεολογιών” του 19ου αιώνα: του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού: να ανυψώσουν τον άνθρωπο.

Ποιο είναι το εργαλείο αυτής της νέας σχέσης που οδηγεί σε δημοκρατικό και οικονομικό μετασχηματισμό; Το ξέρουμε ολοι. Είναι η Γνώση, η Εμπειρία, η Εφευρετικότητα, η Έρευνα, η Καινοτομία. Και αν νομίζετε ότι όλες αυτές ειναι έννοιες πολυφορεμένες και ουδέτερες, είναι μάλλον θεμα προσδοκιών και φιλοδοξίας. Αρκεί να ξέρουμε τι θέλουμε να πετύχουμε και ποιους θέλουμε να ωφελήσουμε. Θα σας φέρω μερικά παραδείγματα.

Σήμερα η γνώση είναι παγιδευμένη σε λίγα ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και μεγάλες καινοτόμες επιχειρήσεις. Οι μεγάλες εφευρέσεις της τεχνολογικής επανάστασης σταμάτησαν πριν περίπου 30 χρόνια και η μόνη πρόοδος που είναι εφικτή είναι η ανασυνδυαστική καινοτομία, η δυνατοτητα δηλαδή να συνδυαστούν πολλές πατέντες μαζί, ώστε η συσσωρευμένη γνώση να παραγάγει νέα γνώση σε όλες τις επιστήμες. Το μονοπώλιο της γνώσης σε λίγο δεν θα έχει κανένα όφελος. Η ανοιχτότητα και η μοιρασία της πληροφορίας κάθε βιβλιοθήκης, μουσείου, πανεπιστημίου, εργαστηρίου με σύγχρονα μέσα είναι ο νέος διάδρομος απογείωσης της ανθρωπότητας.

Το βλέπουμε στο επιχειρείν. Τεράστιες επιχειρήσεις τεχνολογίας, όπως οι Apple, Google, Facebook, Microsoft είναι από μόνες τους κοιτίδες αριστείας και έρευνας, που από τη μία υποκαθιστούν μια οργανωμένη εκπαιδευτικη διαδικασία, από την άλλη θέτουν τα όρια και την ηθική της ανάπτυξης, επενδύουν σε νέες υπηρεσίες, παρεμβαίνουν σε όλες τις πτυχες της δημόσιας οργάνωσης μέσα από το χρήμα και την επιρροή που κερδίζουν. Παράγουν προϊόντα που τροχοδρομούν την αισθητική, τις συνήθειες μας, την πληροφορία, την αντιληψή μας για τον κόσμο.

Το βλεπουμε στην οικονομία. Δείτε το πρόβλημα χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας ως μια ακραία διαστροφή του παγκόσμιου προβλήματος της υπερχρέωσης στον δυτικό κόσμο. Τέσσερις συστημικές τράπεζες – ζόμπι συν άλλες τέσσερις μη συστημικές, χωρίς δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις, νέες ιδέες, νέες ομάδες με εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, μοιραία οδηγούν όσους έχουν τη δυνατότητα σε ανυπόμονα funds ή σε βραδυκίνητα προγράμματα επιδοτήσεων/ενισχύσεων. Ενώ το ζητούμενο είναι περισσότερες μορφές και κανάλια ενίσχυσης, χρηματοδότησης και ανάπτυξης, ώστε να μη μένει κανείς έξω από το παιχνίδι και για να διοχετευθούν περισσότερα χρήματα από το σύννεφο του χρηματοπιστωτικού καζίνο σε παραγωγικές επενδύσεις.

Το βλέπουμε στην κοινωνική ανάπτυξη και σε μια νέα κοινωνική ταυτότητα. Μέχρι σήμερα μας όριζε η εργασία, το επάγγελμα, η εθνικότητα, ο μισθός, το επίδομα, η σύνταξη. Σκεφτείτε το: μιλάμε για συνταξιούχους, βάζοντας στο ίδιο τσουβάλι ανθρώπους από τα 50 έως τα 80 έτη, αδιαφορώντας για το τι θελουν και τι μπορούν να πετύχουν όλοι αυτοί που σύντομα θα είναι η πλειοψηφία στις κοινωνίες μας. Το χρήμα ήταν το σκυροδεμα της κοινωνικής ταυτότητας και της ομοιογένειας. Τώρα που δεν περισσεύει, το κράτος δε μπορεί να υπαγορεύσει τους όρους και τους κανόνες συνύπαρξης και κοινωνικής ανάπτυξης.

Τι σημαίνει αυτό; πολίτες, επιχειρήσεις, συλλογικότητες, κράτος συνεργάζονται για έναν κοινό στόχο, από την αναβίωση ενός ιστορικού μνημείου έως τον καθαρισμό μιας ακτής, από την δημιουργία μιας αλυσίδας επιχειρήσεων έως νέες μορφές συνεταιρισμου και κοινωνικής αλληλεγγύης. Αποφασίζουμε μονοι μας το ποιοι θέλουμε να ειμαστε και τι θέλουμε να πετύχουμε για τη γειτονιά, το δήμο, τον τόπο μας. Αυτό ειναι το περίφημο κοινωνικό κεφάλαιο που παράγει ευκαιρίες, πλούτο, δυνατότητες, γνώση και πολιτισμό.

Πάμε στο κράτος, που καλείται να κάνει περισσότερα με λιγότερα. Όλη η συζήτηση για το μέγεθος είναι αστεία όταν οι υπάλληλοι δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει, δεν έχουν γνώσεις και είναι απλά κούριερ εγγράφων. Από τη μία έχουμε ένα smartphone μέσα από το οποίο κάνουμε όλο και περισσσότερες συναλλαγές και από την άλλη δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δεν μπορεί ένα πιστοποιητικό να έρθει στο μέηλ μας ή ένα τεύχος προκήρυξης ενός διαγωνισμού θέλει κυριολεκτικά διερμηνεά.

Χωρίς πίεση από την κοινωνία, τη γνώση και την εξέλιξη δεν θα αλλάξουν πολλά. Όταν ο πολίτης αλλά και ο υπάλληλος αποκτήσει πρόσβαση στην πληροφορία, θα μάθει και να αξιολογεί. Και όταν αξιολογεί θα απαιτεί καλύτερες εφαρμογές, υπηρεσίες, ακόμη και συμμετοχή σε ένα νόμο, μια ρύθμιση, μια απόφαση – κάτι που σήμερα γίνεται προσχηματικά. Διαφάνεια λοιπόν αλλά και εκπαιδευση του πολίτη να συμμετέχει σε κάθε λειτουργία του πολιτεύματος και της διοίκησης μέσα από την τεχνολογία, τη γνώση και τη συνεργασία με τον μη κερδοσκοπικό τομέα και τις επιχειρήσεις.

Ποια ειναι λοιπόν η μεγάλη και προοδευτική πολιτική πρόκληση για την Ελλάδα της επόμενης 15ετίας; Να ενώσει την απελπισία των αποκλεισμένων με τις δυνάμεις των καινοτόμων, ώστε η καινοτομία να μπει στην υπηρεσία της κοινωνίας, της εκπαίδευσης, της αγοράς, της παραγωγής και της δημοκρατίας και να ρίξει τα σύνορα της διάκρισης και του αποκλεισμού.

Η δική μου αίσθηση σήμερα είναι ότι η Ελλάδα σιγοβράζει όχι μόνο από οργή αλλά και προσδοκία. Γεννά ιδέες και επινοεί καθημερινά ως σανίδα επιβίωσης. Πληρώνει τους φόρους της, στέκεται σε ουρές, κόβει από το οικογειακό τραπέζι για να πληρώσει τις σπουδές των παιδιών της, χαρίζει τη σύνταξη σε παιδιά και εγγόνια. Ως αντίβαρο στις θυσίες που δεν έχουν τέλος, ζητά ηγεσία για να τινάξει από πάνω της το μαύρο σύννεφο που μεγαλώνει από την τοξικη πολιτική του “φύγε εσύ για να έρθω εγώ”. Και όσο και να επιμένουν κάποιοι στο μεσσιανισμό, κανένα αφήγημα δεν έχει τύχη, αν δεν δώσει σε όλους το δικαίωμα να είναι μέρος ενός σχεδίου, μέσα απο το οποίο θα δουν τη ζωή τους να σταθεροποιείται και να καλυτερεύει, όχι να μαυρίζει και να περιορίζεται.

Κάποτε το ιστορικό υποκείμενο ήταν το προλεταριάτο, σήμερα είναι το πρεκαριάτο, η γενιά της κρίσης. Κάποτε το καύσιμο ήταν το κεφάλαιο, σήμερα είναι η εργασία. Κάποτε ήταν η αναδιανομή χρήματος, σήμερα είναι η αναδιανομή ευκαιριών σε κάθε στάδιο συμμετοχής στην κοινωνία και στην αγορά, όχι μόνο στο γκισέ. Κάποτε ήταν η εθνική ομοιογένεια, σήμερα είναι η συνύπαρξη με κοινούς στόχους.

Άρα, όσο και αν νομίζουμε ότι δεν μπορουμε, στην πραγματικότητα έχουμε σχέδιο: είναι η κοινωνικοποίηση της καινοτομίας, με τη συνεργασία κράτους – επιχειρήσεων – πολιτών. Με στόχο το ρίξιμο των τειχών, την παραγωγή πλούτου, την αναγέννηση της δημοκρατίας και τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να μην κάνει καμία δουλειά που θα μπορούν να κάνουν οι μηχανές.

Το νέο αφήγημα λοιπόν είναι αναγκαστικά προοδευτικό γιατί ενώνει αυτούς που μπορούν και δεν έχουν, με αυτούς που έχουν και μπορούν. Μιλά για μια πραγματική κοινωνική και οικονομική απελευθέρωση. Είναι μια μια νεα πολιτική οικονομία της αξίας, με αρετή, δηλαδή ισότητα και τόλμη, δηλαδή καινοτομία για όλους.”

Η παρέμβαση αυτή εκφωνήθηκε στο πάνελ “Young Leaders Roundtable – Changing the Narrative For Greece” του Delphi Economic Forum, στις 05.03.2017

“Είμαστε φορέας αλλαγής” | Ομιλία Γιάννου Μητσού στη ΜΕΣΥΑ του Ποταμιού

“Είμαστε φορέας αλλαγής” | Ομιλία Γιάννου Μητσού στη ΜΕΣΥΑ του Ποταμιού

Φίλες και Φίλοι καλησπέρα,

Το Ποτάμι είναι φορέας αλλαγής. Πως όμως θα φέρουμε αυτή την αλλαγή; Με ποιες συνεργασίες και στη βάση ποιών πρωτοβουλιών;

Μια πλευρά αφορά τα θέματα και τα προβλήματα των πολιτών. Εδώ παίζουν ρόλο οι τομείς πολιτικής. Στο Ποτάμι υπάρχει θέμα με αυτό. Αφορά κυρίως την οργανωτική διάσταση και κινητοποίηση των τομέων, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο στη σημερινή συγκυρία. Κυρίως γιατί τα το αντικείμενο των περισσότερων τομέων βρίσκεται εκτός της ημερησίας διάταξης. Είμαι υπεύθυνος του Τομέα Υποδομών στο Ποτάμι και πρώτος αναγνωρίζω τις αδυναμίες που έχουμε και τις ευθύνες που φέρουμε.

Το βάρος όμως πέφτει αναπόφευκτα στις πολιτικές συνεργασίες για τη μεγάλη εικόνα. Με ποιους μπορεί να συνεργαστεί το Ποτάμι;

Το ΠΑΣΟΚ έδειξε καθόλη την προσπάθεια για ένα ενιαίο Κέντρο πως δεν μπορούμε να το εμπιστευτούμε. Ούτε εμείς, ούτε οι πολίτες.

Λοξοκοιτάει προς το ΣΥΡΙΖΑ και κύριο μέλημα του είναι να μην χάσει την επαφή με το κράτος. Βλέπουμε και τη σταδιακή επαναφορά στελεχών όπως ο κ. Λαλιώτης και οι ανησυχίες μας πολλαπλασιάζονται.

Η ΝΔ δείχνει και αυτή το αληθινό της πρόσωπο, πιο πρόσφατα με τη σκιώδη κυβέρνηση. Είναι ένα πρόσωπο δεξιό, πελατειακό, κρατικιστικό, με εμμονή στα τζάκια και έφεση στην ανικανότητα.

Σε καμία περίπτωση δεν πείθει πως μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης με αυτό τον τρόπο.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με τη σειρά τους αναδεικνύουν τις δικές τους «αρετές» Ανικανότητα, σπατάλη δημοσίου χρήματος, χυδαιότητα υπουργών, διαπλοκή με πληρωμένους δημοσιογράφους, μαύρο χρήμα και σκοτεινές διαδρομές.

Είναι προφανές πως συνεργασία για τη συνεργασία με φορείς όπου υπάρχει χάσμα αντιλήψεων δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

Μόνο του να πορευτεί λοιπόν το Ποτάμι; Καλύτερα μόνο του ναι. Ειδικά εάν έτσι μπορεί να συνεχίσει να προτείνει τομές που αποτελούν ρήξη με τις υφιστάμενες πρακτικές.

Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η πρωτοβουλία του Ποταμιού για τον προϋπολογισμό, Είναι ζήτημα δημοκρατίας η διαφανής διαχείριση και η γνώση των πολιτών για το που πάνε τα λεφτά μας. Δεν καταλαβαίνω γιατί ο λογαριασμός της εφορίας δεν μπορεί να μας έρχεται όπως ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Δηλαδή να αποτυπώνεται ο προορισμός του κάθε ευρώ. Τόσα ευρώ για την παιδεία, τόσα για την υγεία, τόσα για εξοπλισμούς, τόσα για συντάξεις, κοκ. Έτσι και οι πολίτες θα ξέρουν που πάνε τα χρήματα τους και θα μπορούν να διαμορφώνουν άποψη για τις προτεραιότητες με τεκμηριωμένο τρόπο.

Είναι θέμα σεβασμού. Αντιρρήσεις ή εμπόδια δείχνουν και προτίμηση των πελατειακών κομμάτων να λειτουργούν σαν μεσάζοντες και να κρατάνε τους πολίτες σε σχετική θολούρα. Τέλος, τίθενται και αναπόφευκτα ερωτηματικά για το εάν υπάρχει και διάθεση συγκάλυψης.

Για αυτό, πιστεύω πως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε στην υποεκπροσωπούμενη Ελλάδα. Την Ελλάδα που δεν έχει προσβάσεις σε μηχανισμούς και πελατείες. Τους νέους που είτε φεύγουν, είτε ψάχνονται οικονομικά και πολιτικά με περιορισμένη προοπτική. Τους επιχειρηματίες που ταλαιπωρούνται από ένα κράτος που αδιαφορεί τόσο για αυτούς, όσο και για τα αποτελέσματα της δράσης τους που δεν είναι άλλα από δουλειές και δημόσια έσοδα. Και άλλους πολλούς.

Αυτές είναι οι δυνάμεις που έχουν ανάγκη την αλλαγή σελίδας περισσότερο από τον καθένα.

Το Μπροστά συνεργάζεται με το Ποτάμι γιατί συμφωνούμε σε κάποιες βασικές αρχές και στόχους. Μεταξύ άλλων την ανοιχτή κοινωνία, τη φιλελεύθερη πολιτεία, δικαιοσύνη, ίσες ευκαιρίες και διαγενεακή δικαιοσύνη.

Σύμμαχοι μας δεν μπορούν να είναι οι αποτυχημένοι, τυχοδιώκτες, τυχάρπαστοι εκπρόσωποι του παλαιού. Δεν είναι ούτε θέμα ηλικίας, ούτε θέμα ιδεολογίας. Είναι θέμα αντίληψης.

Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Είναι οι πολίτες. Οι σιωπηροί, αλλού είναι πλειοψηφία, αλλού μειοψηφία, αλλά πάντα είναι χωρίς φωνή.

Οι σύμμαχοι μας βρίσκονται στην κοινωνία. Όχι στα κόμματα. Αν θέλουμε να τους πλησιάσουμε ώστε να μας ακούσουν ή και να πειστούν πρέπει να αναδεικνύονται οι διαφορές μας από τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Με απλές κουβέντες, καθαρότητα σκέψης και Αλήθειες. Προπάντων αλήθειες. Όλα δηλαδή τα πράγματα που έχουν σε μεγάλο βαθμό εκλείψει από το δημόσιο λόγο.

Η ευθύνη και η ευκαιρία είναι στα χέρια μας.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο βάλλεται. Στην πράξη αλλά και στα λόγια.

Η προοπτική της χώρας πάσχει. Πρέπει όμως να αντιστρέψουμε την κατάσταση και να στηρίξουμε την προοπτική με όλες μας τις δυνάμεις.

Μπορούμε; Πιστεύω πως ναι.

Θα το πετύχουμε; Μόνο εάν είμαστε επιθετικοί και αληθινοί γιατί τα γεγονότα είναι αδιάψευστα.

Είναι στο χέρι μας.

Σας ευχαριστώ.

“Για να μη στερέψει το Ποτάμι” | Ομιλία Π.Βλάχου στη ΜΕΣΥΑ του Ποταμιού

Για να μη στερέψει το Ποτάμι” | Ομιλία Π.Βλάχου στη ΜΕΣΥΑ του Ποταμιού

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Όσοι μπήκαμε στα νερά του Ποταμιού σε δύσκολες ώρες, νιώθουμε ακόμη μεγαλύτερη την ευθύνη να μην το αφήσουμε να στερέψει. Εκ μέρους και του Μπροστά που στηρίζει το Κίνημα αλλά και ως μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου θέλουμε να προτείνουμε, παρά να μπαίνουμε στον εύκολο πειρασμό της γκρίνιας.

Γι΄αυτό η σημερινή μου παρέμβασή μου γίνεται με ειλικρινές ενδιαφέρον και ευθύνη για όσα προσπαθούμε μαζί. Έχει στόχο να προβληματίσει την ηγεσία, τα όργανα και τα μέλη μας, ώστε να κάνει ξανά το Ποτάμι μια υπολογίσιμη πολιτική οντότητα.

Σήμερα υπάρχουν μεγάλοι κίνδυνοι, αλλά και μια μεγάλη ευκαιρία:

Οι κίνδυνοι ταυτίζονται με δικά μας λάθη:

Είναι η άρνησή μας να συμβιβαστούμε και να χωρέσουμε στο ‘κοστούμι’ ενός μικρού κόμματος, που κάθε μέρα γινεται μικρότερο.

Είναι στιγμές που λειτουργούμε χωρίς στρατηγική.

Δεν αναδεικνύουμε, δεν αξιοποιούμε φωνές και δυνάμεις, που έρχονται κοντά μας.

Δεν έχουμε συνοχή στην κοινοβουλευτική μας εκπροσώπηση.

Κινδυνεύουμε να γίνει η γκρίνια μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Δεν θα ακουστεί ευχάριστο, αλλά μερικές φορές πάσχουμε από μικρομεγαλισμό.

Σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου δε μπορείς να γκρινιάζεις ότι δεν σου αρέσει ο αγωνιστικός χωρος. Πρέπει να μπεις να παλέψεις, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες ή την κακή διαιτησία.

Αντί να λέμε έναδυο πράγματα στοχευμένα, αντί να προσπαθούμε μεθοδικά να επιστρέψουμε στο διεφθαρμένο κατεστημένο τη ρετσινιά του κόμματος της διαπλοκής, θολώνουμε μόνοι μας τα νερά μας.

Θέλετε ένα παράδειγμα μικρομεγαλισμού;

Μπήκαμε στον πειρασμό να προτείνουμε πρόσωπα για στο ΕΣΡ, χωρίς αυτό να ειναι υποχρέωσή μας και προβάλλοντας άτομα, που καλώς ή κακώς διχάζουν το ακροατήριο, εσωκομματικό και ευρύτερο.

Μήπως η λογική να πούμε κάτι πιασάρικο, έχει τον κίνδυνο να εκτεθούμε παρά να κερδίσουμε τις εντυπώσεις;

Δεύτερον, δεν επιμένουμε σε όσα λέμε κατά καιρούς. Παίρνουμε πρωτοβουλίες, αλλά σβήνουν μετά από 1-2 εβδομάδες. Δεν γίνονται σημαία μας, δεν βαθαίνουν, δεν πολλαπλασιάζονται.

Για παράδειγμα, τι απέγινε το Νιου Ντηλ με την ελληνική κοινωνία;

Τι απέγινε ο διάλογος για τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις;

Αφήσαμε το πόρισμα της επιτροπής διαλόγου στα χέρια του ΠΑΣΟΚ, ενώ μοχθήσαμε και εμείς – αν όχι περισσότερο – για το περιεχόμενό του.

Τρίτον, είναι εμφανής η έλλειψη προσώπων στη δημόσια παρουσία μας. Τιμάμε και δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις, αλλά ακόμη μέχρι σήμερα, εκτός από το Σταύρο και 3-4 νυν και πρώην βουλευτές, το υπόλοιπο ανθρώπινο δυναμικό μας δεν το γνωρίζει η κοινωνία.

Τέταρτον, η παρουσία μας στην Περιφέρεια ή ακόμη και στους δήμους της Αττικής είναι πια αμελητέα. Που πήγαν τα στελέχη μας; Σε συναντήσεις τομέων, εκεί που κάποτε ερχόντουσαν 30-40 άτομα, τώρα μετα βίας συγκεντρώνονται 3-4, με αποτέλεσμα να μην παράγονται θέσεις, να μην συζητάμε, να μην αξιοποιούμε τη συλλογική γνώση.

Πέμπτον, βλέπουμε όλοι, την έλλειψη ενότητας και συνοχής της κοινοβουλευτικής μας ομάδας. Με βουλευτές πολλών ταχυτήτων, αυτό που μας καταλογίζουν όλοι, το ‘θολό στίγμα’, πράγματι τους επιβεβαιώνουμε. Δεν είμαστε “μπετόν αρμέ” σε κρίσιμα ζητήματα.

Το Ποτάμι δεν είναι δεξαμενή σκέψης, να αναδεικνύει ιδέες μόνο ή να καλεί διακεκριμένους Έλληνες σε συζητήσεις προβληματισμού. Η συνάντηση των ιδέων μας με τα πρόσωπα είναι αυτή που δίνει σάρκα και οστά στο κόμμα. Και κόμμα σημαίνει άνθρωποι, επαφή, δράση. Όχι μόνο ψηφιακοί χαρακτήρες ή γκρουπ στα μέσα δικτύωσης. Σημαίνει κανόνες, αμοιβαία δέσμευση και ενότητα.

Φίλες και φίλοι,

Οι προτάσεις οργανωτικής ανασυγκρότησης που καλούμαστε να συζητήσουμε σήμερα είναι αναμφίβολα θετικές και τις επικροτούμε.

Όσο για την πανελλαδική εξόρμηση θα προτείναμε επίσης οι ιδέες και οι προτάσεις μας δεν να μην έρχονται μόνο από πάνω, αλλά να γεννιούνται και να εκκολάπτονται μέσα στο κόμμα.

Κάθε τομέας θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένος να καταγράψει και να αναδείξει, σε συνεργασία με το πολιτικό συμβούλιο και τους μηχανισμούς μας, τα κορυφαία ζητήματα του. Αλλη καμπάνια μπορεί να είναι ψηφιακή, άλλη με βίντεο, άλλη με εκδήλωση, άλλη με δράση στο δρομο, άλλη με ημερίδα, άλλη με νομοθετική πρωτοβουλία, άλλη σε συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών. Μόνο έτσι θα ξυπνήσουν οι τομείς και θα ετοιμάσουμε και το πρόγραμμά μας.

Όλα αυτά όμως χρειάζονται ένα πλαίσιο. Έναν κορμό, μια κεντρική στρατηγική, έναν προσανατολισμό που να απαντά και στην κριτική για τις θολές θέσεις, στάσεις και προθέσεις.

Και εδώ ξεκινά η σύντομη ιστορία μιας μεγάλης ίσως της τελευταίας ευκαιρίας που έχουμε:

Αν μιλήσουμε ειλικρινά μεταξύ μας. Υπάρχουν αρκετοί – και μέσα στο Ποτάμι – που δελεάστηκαν από την εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσια της ΝΔ.

Και κάποιοι πρώην Ποταμίσιοι ή προοδευτικοί πίστεψαν ότι εκεί θα ποτιστούν οι μεταρρυθμίσεις για να ανθίσουν, όταν η ΝΔ έρθει στην εξουσία.

Μαζί με αυτούς βέβαια, είναι και κάποιοι που συζητουσαν μαζί μας για το “προοδευτικό κέντρο”, αλλά τώρα συνωστίζονται στον προθάλαμο του γραφείου του προέδρου της ΝΔ για να πιάσουν στασίδι για την επόμενη μέρα.

Εδώ και μήνες φωνάζουμε ότι το Ποτάμι ούτε προγραμματικά, ούτε στρατηγικά έχει σχέση με τη συντήρηση: ούτε με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ούτε και τη Νέα Δημοκρατία.

Ουτε φυσικά και με ένα δογματικό, ρετρό ΠΑΣΟΚ ενός στενού πυρήνα, που υπονόμευσε την προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε ένα νέο προοδευτικό φορέα από την αρχή.

Για τους μεν ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι αυτονόητο ότι ο θεσμικός μας ρόλος ως δυναμικής αντιπολίτευσης θα συνεχιστεί. Και στα μεγάλα και εθνικά ζητήματα, όπως το χρέος και το κυπριακό θα βάλουμε πλάτη, υπερασπιζόμενοι την εθνική γραμμή, πάντα όμως μέσα από ευρωπαϊκές λύσεις.

Για τη δε ΝΔ όμως, τα δείγματα είναι αρκετά για να μην ονειροβατούμε.

Η προχθεσινή σκιώδης κυβέρνηση βάζει ξανά τα πράγματα στη θέση τους και τη ΝΔ εκεί που πραγματικά είναι. Έχουμε να κάνουμε με αστέρες της από τη μία της κυβέρνησης της χρεοκοπίας και από την άλλη της κυβέρνησης που δεν έκλεισε ποτέ την διαπραγμάτευση και πόνταρε στη δήθεν αριστερή παρένθεση.

Τώρα λοιπον, φίλες και φίλοι, μας λυνονται τα χέρια.

Οι προοδευτικοί με τους προοδευτικούς.

Οι συντηρητικοί με τους συντηρητικούς.

Οι λαΪκιστές με τους λαΪκιστές

Οι ξενόφοβοι και φασίστες με τους όμοιούς του

Φυσικά, δεν θα εγκαταλείψουμε τον διάλογο με τις προοδευτικές, έντιμες και παραγωγικές δυνάμεις. Αλλά δεν θα χαθούμε στη μετάφραση των επιδιώξεων κάθε προσώπου, προσωποπαγών πολιτικών κινήσεων, αδικαίωτων ηγετών, που φόρτωσαν μνημόνια, φόρους και χρέη στη μεσαία τάξη και τους μη προνομιούχους.

Οφείλουμε να είμαστε σαφείς και ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Και κάθε προσπάθεια να εντάσσεται σε μια στρατηγική.

Τώρα λοιπόν, η στρατηγική που προτείνουμε δεν περιλαμβάνει όσους “μουμιοποιούν” το ΠΑΣΟΚ και θέλουν να το μετατρέψουν σε νέο ΚΚΕ. Θα συνεχίσουμε όμως να συζητάμε με όσους αναζητούν την υπέρβαση.

Κυρίως όμως δεν εχουμε καμία δικαιολογία ή όφελος να χαϊδευουμε τη Νέα Δημοκρατία.

Με τις επιλογές του Κυριακου Μητσοτάκη θα έχουμε πολλές αφορμές να θυμόμαστε γιατί δημιουργήθηκε το Ποτάμι.

Όμως ακόμη κ αν καποιοι πιστεύουν σε ένα μελλοντικό σύμφωνο συμβίωσης με το Ποτάμι στο ρόλο ενός μικρού εταιρου, τοτε μάλλον αυτό θα το πετύχουν καλύτερα χτυπώντας τις πολιτικές, όχι την πόρτα της ΝΔ ή του προέδρου της.

Αν θελουμε λοιπον να ειμαστε μια υπολογίσιμη πολιτκή οντότητα, ενα κινημα, ήρθε η ώρα να παρουμε πίσω τις πολιτικές, τις αξίες και τις αρχές από τα στόματα αυτών που τις ευτέλισαν. Μέσα από ένα διμέτωπο ανένδοτο αγώνα απέναντι στη συντήρηση, απέναντι στους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αλλά και στη ΝΔ, με θέσεις και πρόσωπα.

Μόνο έτσι θα διώξουμε την ομίχλη. Ως αυθεντικοί εκφραστές και μαχητές της ανοιχτής κοινωνίας, όχι ενός μενού δήθεν μεταρρυθμίσεων που δεν λειτουργούν και για τις οποίες μετανιώνουν ήδη αυτοί που τις σχεδιάζουν.

Να παίξουμε επίθεση λοιπόν, και όχι άμυνα.

Να μας σεβονται και να μας υπολογίζουν. Εντός και εκτός συνόρων.

Αυτή είναι η ευθύνη όλων μας.

Να μη στερέψει το Ποτάμι, για να μη στερέψει η πολιτική.